Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

Επαγγέλματα που χάθηκαν στη σκόνη του χρόνου

«Σαγιονάρες, παντόφλες, σανδάλια, ο παπουτσάς». «Εφημερίδες, εφημερίδες…». «Μπακίρια γανώνω». Αυτές και άλλες φράσεις αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια προηγούμενων δεκαετιών. Όχι πάρα πολλά χρόνια πίσω, αλλά σίγουρα μια εποχή που έφταναν προς το τέλος τους επαγγέλματα του τότε που σήμερα έχουν σχεδόν εξαφανισθεί. Και κάποια στη σημερινή εποχή ακούγονται ξένα, παράξενα και λέξεις άγνωστες...
Επαγγελματίες που είτε δεν είχαν στέγη και το «μαγαζί» τους ήταν ο δρόμος, είτε είχαν, αλλά κάποιες ημέρες μέσα στην εβδομάδα έπαιρναν τα φορτηγάκια τους και πήγαιναν σε χωριά της επαρχίας και πωλούσαν την πραμάτειά τους. Στο σήμερα όλα αυτά τα επαγγέλματα έχουν σχεδόν εξαφανισθεί, έχοντας πάρει τη θέση τους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Πλανόδιοι έμποροι
Σε πολλά χωριά ερχόταν το φορτηγό με τον έμπορα που πωλούσε είδη προικός (σεμεδάκια, κεντήματα, κουβέρτες, τραπεζομάντηλα κ.α) και όλες οι γυναίκες της γειτονιάς μαζεύονταν για να δούνε τι ωραίο καινούργιο έφερε. Μάλιστα, η συναλλαγή δεν γινόταν με χρήματα, αλλά με λάδι.
Γενικά, το λάδι το προτιμούσαν οι περισσότεροι πλανόδιοι έμποροι. Εκτός από την προίκα, υπήρχε ο έμπορος που ερχόταν και πωλούσε παπούτσια. Υπήρχε ο έμπορος με τα ρούχα, ο ψαράς, ο μανάβης, ο κοτοπουλάς, ο αλευράς και πάει λέγοντας.

Ο γανωτής ή γανωματής
Κουβαλώντας στην πλάτη του τα εργαλεία της δουλειάς, καλούσε με τη στεντόρεια φωνή του τις γυναίκες της γειτονιάς να φέρουν τα μπακίρια τους για γάνωμα. Τα χάλκινα οικιακά σκεύη, όπως τα καζάνια, τα κουτάλια, τα πιρούνια χρειάζονταν, συχνά πυκνά, γαλβανισμό και στίλβωμα με κασσίτερο, ή αλλιώς γάνωμα. Συνήθως, φιλοξενούνταν στην αυλή ενός σπιτιού, όπου έστηνε την γκαζιέρα του κι εκεί όλες οι νοικοκυρές έφερναν τα σκεύη τους για το «γάνωμα», το οποίο επιβαλλόταν για λόγους υγείας, κυρίως σε εκείνα που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα.

Ο χτίστης ξυλόφουρνων
Αν και σήμερα ακόμα φτιάχνουν ξυλόφουρνους, τα χρόνια εκείνα υπήρχαν χτίστες ειδικοί στην κατασκευή τους μιας και τους έφτιαχναν με τρόπο παραδοσιακό. Συγκεκριμένα, έφτιαχναν τον ξυλόφουρνο με τσιμεντόλιθους με τους οποίους σχημάτιζαν τη βάση του φούρνου. Με κομμάτια από σπασμένα κεραμίδια, παλιά τούβλα και πέτρες για την κατασκευή του θόλου του (το γνωστό καλούπι). Με χώμα που ο χτίστης πρώτα το κοσκίνιζε και κατόπιν το έκανε λάσπη που λειτουργούσε ως πηλός και άχυρα που τα ανακάτευε με τον πηλό. Και μπορεί κάποιοι να πιστεύουν πως δεν ήταν και τόσο δα δύσκολη η κατασκευή, όμως, έπρεπε τα χέρια σου να πιάνουν και να είσαι καλός μάστορας για να έχει ο φούρνος και απόδοση στο ψήσιμο.

Ο Τσαμπάσης
Χαρακτηριστική φιγούρα και αυτή, με κύριο χαρακτηριστικό πως ο τσαμπάσης (μεταπράτης ζωέμπορος της εποχής εκείνης) ήταν συνήθως ατσίδας στις αγοροπωλησίες. Συνήθως ερχόταν σε ζωοπανηγύρεις, όπου πριν την αγγελία της εκτίμησης, ζύγιζε το ζώο «με το μάτι», το ψηλάφιζε και με διάφορους τρόπους διαπίστωνε αν έκανε ή όχι και αν άξιζε πολλά.

Εισπράκτορας στις συγκοινωνίες
Μέχρι και πριν λίγα χρόνια στην επαρχία υπήρχαν εισπράκτορες σε λεωφορεία στα εσωτερικά δρομολόγια. Και τώρα υπάρχουν, όχι όμως, με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά κυρίως με τη μορφή ελεγκτή που ανεβαίνει σε κάποια από τις στάσεις κι ελέγχει τα εισιτήρια. Πώς ήταν ο εισπράκτορας του τότε; Καθισμένος συνήθως σε ειδικά διαμορφωμένη θέση στο πίσω μέρος του λεωφορείου, έκοβε κατά την είσοδο των επιβατών τα εισιτήρια, ανήγγειλε τις στάσεις των λεωφορείων, ή συνέβαλε στο ανεβοκατέβασμα των επιβατών, δίνοντας οδηγίες. Ήταν επίσης δέκτης των παραπόνων των επιβατών αφού θεωρούνταν υπαίτιος για τυχόν καθυστερήσεις ή προβλήματα που προέκυπταν.