Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2020

Ομιλία του δημάρχου Μ.Ελισάφ από τη χτεσινή εκδήλωση για την 107η επέτειο απελευθέρωσης της πόλης

Θα αρχίσω με μια επισήμανση: Κάθε επετειακός χαιρετισμός είναι σίγουρα μια αναγκαιότητα. Ταυτόχρονα όμως είναι και ένας κίνδυνος. Και αναγκαιότητα μεν είναι γιατί, όπως και η προσωπική μας ζωή στηρίζεται στη μνήμη, έτσι και η συλλογική μας ύπαρξη ως έθνος ορίζεται από τα κορυφαία ιστορικά γεγονότα, τη μνήμη των οποίων οφείλουμε να διατηρούμε άγρυπνη. Λαοί που χάνουν την ιστορική τους μνήμη, χάνουν μαζί και τον σωτήριο προσανατολισμό τους...
Για τη διατήρηση συνεπώς της μνήμης, μεταξύ άλλων, καταφεύγουμε αναγκαστικά και στο λόγο. Εν γνώσει μας πάντα ότι ο λόγος παραμένει μια επικίνδυνη αναγκαιότητα. Είναι το πιο μεγαλοφυές, αλλά και το πιο θνητό εφεύρημα του ανθρώπου. Μπορεί να συλλάβει τον πυρήνα του ουσιώδους. Μπορεί όμως και να τον κατακρεουργήσει. Γι αυτό το δεύτερο ενδεχόμενο αισθάνομαι ανήμπορος και σχεδόν περισσότερο άναρθρος, ενώ πρέπει μιλήσω.
Και αισθάνομαι άναρθρος όχι μόνο από τη δική μου ανεπάρκεια αφού ο λόγος εύκολα μπορεί να εκπέσει σε έναν θνησιγενή ρητορισμό, ή να διολισθήσει σε τυπικούς διθυράμβους από άμβωνος.
Αισθάνομαι όμως αμήχανος και για έναν ακόμη λόγο: Γνωρίζουμε ότι ακόμη και ο πιο επιτυχημένος χαιρετισμός, τον οποίο ασφαλώς δεν διεκδικώ, στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων κινδυνεύει να κατασπαραχθεί από την τυποποίηση. Ή να καταλήξει σε μάταιους και νυσταλέους λιβανωτούς.
Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι η σιωπή θα ήταν ίσως ο ακριβέστερος και εμβριθέστερος τρόπος, προκειμένου να τιμηθούν τέτοιου μεγέθους ιστορικά γεγονότα. Θα ήταν, αν, η σιωπή δεν εξέπιπτε τόσο εύκολα σε νάρκη και τελικά σε αδιαφορία. Κι αυτός είναι ο λόγος που σπεύδω να επαναλάβω πως οι επετειακοί λόγοι και χαιρετισμοί, όσο και αν είναι πλημμελείς και βραχύβιοι, ως εργαλείο ανακατασκευής μιας πραγματικότητας, είναι όμως αναγκαίοι. Αποτελούν, έστω, τον ελάχιστο φόρο μιας οφειλόμενης τιμής.
Κάθε κορυφαία ώρα ενός λαού, και τέτοια ήταν η ώρα του 1913, είναι ταυτόχρονα και κορυφαία ώρα Παιδείας. Θα παρακάμψω, λοιπόν, την αφηγηματική μορφή των γεγονότων του 1913. Και θα επιχειρήσω να προσεγγίσω την α ξ ί α της μνήμης του γεγονότος, ως κορυφαία ώρα παιδείας. Και μάλιστα ύψιστης μορφής παιδείας που δεν εξαγγέλλεται από κάποια έδρα. Αλλά προκύπτει μέσα από μια επίσης εξίσου ύψιστη μορφή πράξης. Ειδικότερα, μάλιστα, θα επιχειρήσω να προσεγγίσω την ενδεχόμενη συμβολή της μνήμης αυτής στην πρωτόγνωρη κρίση από την οποία δοκιμάζεται εξακολουθητικά η χώρα μας. Με το σκεπτικό ότι ο κώδικας αξιών που υπαγόρευσε τη συστράτευση τότε, είναι ίσως ο ίδιος που απαιτείται και σήμερα, προκείμενου με επιτυχία να βρούμε την έξοδο που θα μας βγάλει από την κρίση.
Τι συνέβη τότε είναι γνωστό. Συνοπτικά και γενικεύοντας σημειώνω τα εξής: Η αδυναμία αντιπαρατάχτηκε με τη δύναμη. Η δικαιοσύνη και η ελευθερία αναμετρήθηκαν με την καταπίεση και την αδικία. Η μετριοπάθεια με την οίηση. Η σχεδόν ανοχύρωτη λιλιπούτεια χώρα μας που μόλις είχε βγει από το ολέθριο 97, αναμετρήθηκε με τη ρομφαία της βαρβαρότητας πεντακοσίων και πλέον χρόνων. Κι έγινε το απίθανο: Ο κομπασμός των δήθεν αήττητων σαρώνεται από τη χλεύη των αδυνάτων. Το ανίσχυρο δίκαιο κατισχύει του πανίσχυρου άδικου. Ότι ίσως, αρχικά φάνταξε ως καθαρή ουτοπία έγινε αδιαμφισβήτητο μέρος της πιο χειροπιαστής πραγματικότητας.
Πως έγινε το θαύμα; Τα μεγάλα γεγονότα, καθώς και οι μεγάλοι κίνδυνοι σφυρηλατούν σε καθαρό ατσάλι την έννοια του κ ο ι ν ο ύ και της κ ο ι ν ό τ η τ α ς: Τα άτομα σταματούν για λίγο να είναι οι ατομικές τους ταυτότητες και με τη συμμετοχή τους στην κοινή δράση αναλαμβάνουν το κόστος, αλλά και την προσδοκία του κοινού κέρδους.
Είναι την ώρα αυτή που αναδύεται χειροπιαστό το λυκαυγές της έννοια του κοινού καλού και η έννοια του Έθνους. Κι όλα αυτά, μόνον «γιατί έτσι πρέπει»
Το τι πρέπει να θυμηθούμε είναι προφανές. Τούτος ο λαός, «ο μικρός κι ο μέγας», αφού παραμέρισε τις όποιες εσωτερικές διαφορές είχε, ανασύνταξε την ιστορική του μνήμη και υπό το ακαταμάχητο ένστικτο της συλλογικής σωτηρίας, ανέλαβε τη συλλογική ευθύνη της αυτοσωτηρίας του. Το «εγώ» τότε υποχωρεί και συναιρείται στη χοάνη ενός ατσάλινου «εμείς». Για να διαμορφώσει έτσι την αναγκαία εκείνη ψυχική ενότητα, που μαζί με την πίστη στο δίκαιο του αγώνα και την παράδοση του έθνους μεταβάλει το αδύνατο σε δυνατό. Το όνειρο σε πραγματικότητα και την ευχή σε πράξη.
Γιατί; Απλά , «Γιατί έτσι πρέπει».
Η επέτειος την οποία γιορτάζουμε σήμερα με το διαπρεπές φορτίο της Ιστορίας, που απείραχτο διαπερνά τον καιρό, έρχεται να μας υποδείξει το νεότερο Χρέος μας. Οι πολιτισμοί δεν δολοφονούνται. Το απέδειξε η σχεδόν μισή χιλιετία σκλαβιάς της πόλης μας. Όταν χάνονται, είναι
γιατί αυτοκτονούν οι ίδιοι. Είναι γιατί οι άνθρωποι αυτομολούν οι ίδιοι προς την τραγωδία τους. Το πρόταγμα «όλο και περισσότερα και όλα για μένα», που με τη θέλησή μας κυριάρχησε στους νεότερους καιρούς, αποδείχτηκε ο ασφαλής δρόμος προς την καταστροφή. Το «εσείς» και «εμείς» που, από διαλεκτική διαφορά, διαστροφικά το αφήνουμε να μεταβάλλεται σε εχθρική αντιπαλότητα, οι αγέραστες δηλαδή διχοτόμοι που διαρκώς κατακερματίζουν την έννοια της
κοινότητας υποσκάπτουν τη συνύπαρξή μας. Είναι οι πύλες απ όπου ο «εχθρός» διεισδύει μέσα μας. Το πρόταγμα «όλο και περισσότερα και όλα για μένα», που για καιρό και καιρό, σάρωνε τις αδιατίμητες αξίες του αλτρουϊσμού και της αλληλεγγύης, αποθέωνε τον ατομικισμό, κατέστρεφε τη συλλογική συνείδηση, έφτασε σήμερα να μας απειλεί όλους. Το Χρέος μας τώρα είναι να πολεμήσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας.
Και θα το επιτύχουμε ευκολότερα αν τώρα και όλοι μαζί, σκύψουμε με ευλάβεια στη γενιά του 13 προκειμένου να αντλήσουμε δύναμη από τη δύναμή τους Να υπερβούμε τις διαφορές και τις αδυναμίες μας και να επαναλάβουμε ό, τι έπραξαν εκείνοι την κρίσιμη ώρα του 13. Σήμερα, λοιπόν, είναι και πάλι η ώρα ενός νέου εθνικού συναγερμού. Πρώτα να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα . Την αλήθεια ποια ήταν πριν, ποια οφείλει να είναι σήμερα. Ο ιστορικός Πολύβιος, σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια πριν, διεμήνυε: «όπως ένα ζώο καταντάει άχρηστο, αν χάσει τα μάτια του, παρόμοια και η Ιστορία , αν της αφαιρέσουν την αλήθεια, απομένει ανώφελη διήγηση»”.
Θα πρέπει συνεπώς σήμερα να ανασυντάξουμε και πάλι τη μνήμη μας και να υφάνουμε από την αρχή τις λησμονημένες αξίες της αλληλοκατανόησης και της θυσίας. Προκειμένου να συγκροτήσουμε
μια νέα συλλογικότητα, στην οποία ο άλλος δεν θα είναι ξένος, ανταγωνιστής, αλλά συνοδοιπόρος συναγωνιστής και εν τέλει συνάνθρωπος. Και μόνον έτσι θα αντιμετωπίσουμε την κρίση.
Διανύουμε ιστορικές στιγμές. Ας ενεργήσουμε έτσι ώστε οι απόγονοί μας να αισθάνονται υπερήφανοι για τις σημερινές επιλογές μας.
Μόνον τότε και το μέλλον μας θα διασώσουμε και τους προγόνους μας επάξια θα τιμήσουμε.
Και μόνον έτσι θα τιμήσουμε τους αγώνες για την ελευθερία
Και μόνον έτσι θα μας τιμήσει η Ελευθερία.
Τελειώνω.
Ο Marc Ferro, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της εποχής μας, το βιβλίο του «Τύφλωση, ή γιατί αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα», το τερματίζει με την εξής μελαγχολική προειδοποίηση: «Στον 20ο αι. το κόκκινο της εξέγερσης ήταν το σύμβολο της σημαίας. Ας διασφαλίσουμε ότι στον 21ο αι. το κόκκινο δεν θα είναι το αίμα μας».