Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Ο απόηχος της Καππαδοκίας στην Κόνιτσα

Η Κόνιτσα έγινε η νέα "πατρίδα" για 80 οικογένειες από το Μιστί και 50 οικογένειες από τα Φάρασα της Καππαδικίας, εξαιτίας της συνθήκης της Λωζάνης μετά τη Μικρασιατική καταστροφή
Το άγνωστο γλωσσικό ιδίωμα στη συνομιλία δύο ηλικιωμένων σε ένα καφενείο στη μικρή ορεινή πόλη του νομού Ιωαννίνων, προκάλεσε το ενδιαφέρον και στάθηκε αφορμή για τη γνωριμία μας με τους "Καππαδόκες της Κόνιτσας". Ο μισός πληθυσμός της αμφιθεατρικά κτισμένης ηπειρωτικής κωμόπολης είναι προσφυγικός και μένει, κυρίως, στις κάτω γειτονιές της. Η συνάντηση με τον Ανδρέα Χατζηεφραιμίδη, από το Σύλλογο Καππαδόκων Κόνιτσας, ...
αποτελεί ένα "οδοιπορικό της προσφυγιάς" των κατοίκων από τα χωριά Μιστί (στα τουρκικά Konakli) και τα Φάρασα ή Camlica της Καππαδοκίας, που ξεκίνησε το 1924, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης και την ανταλλαγή πληθυσμών, με κριτήριο το θρήσκευμα. "Είχε μπει καλοκαίρι, δεν είχαν προλάβει να θερίσουν και ήρθε η διαταγή να μαζέψουν τα υπάρχοντά τους και να πάρουν τον δρόμο για τη Μερσίνα. Από εκεί, έφτασαν με πλοία στον Πειραιά" αφηγείται στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Χατζηεφραιμίδης.
Το μακρινό ταξίδι του ξεριζωμού για τους Μιστιώτες συνεχίστηκε στη Μαζαρακιά Θεσπρωτίας, ενώ για τους Φαρασιώτες στην Κέρκυρα, όπου έμειναν περίπου δύο χρόνια, ώσπου να τους δοθεί από το ελληνικό κράτος τόπος για να εγκατασταθούν μόνιμα. Η Κόνιτσα έγινε η νέα "πατρίδα" για 80 οικογένειες από το Μιστί και 50 οικογένειες από τα Φάρασα, οι οποίες μετακινήθηκαν εκεί, 6 μήνες αργότερα. Από τα Φάρασα, καταγόταν ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης. Μαρτυρίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά λένε πως είχε προειδοποιήσει τους συγχωριανούς του, να ετοιμάζονται για τη μεγάλη φυγή. Αρχικά, όπως διηγούνταν οι παππούδες, ο κόσμος θεώρησε ότι επρόκειτο για μυθεύματα του πατέρα Αρσένιου. "Ήρθε, όμως, η στιγμή που δικαιώθηκε, το 1924". Πριν από το μεγάλο ξεσηκωμό, η οικογένεια του προέδρου των Φαράσων Πρόδρομου Εζνεπίδη μεγάλωσε, γιατί γεννήθηκε το ένατο παιδί του, ο γέροντας Παΐσιος. Η μητέρα του Ευλαμπία ζήτησε από τον πατέρα Αρσένιο να τον βαφτίσει, διότι δεν γνώριζε τι θα συμβεί στον δρόμο της προσφυγιάς - ανησυχούσε μήπως πεθάνει. "Εσείς έχετε τα παιδιά σας, να αφήσω κι εγώ ένα δικό μου" φέρεται να είπε και του έδωσε το όνομα Αρσένιος.
Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης είχε προβλέψει ότι "θα πάνε σε ένα νησί και εκεί, μετά από 40 ημέρες θα πεθάνει", όπως και έγινε. Από την Κέρκυρα, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου το 1974, έμειναν για δύο χρόνια στην Κόνιτσα και μετά τοποθετήθηκαν στο καθολικό της Ιεράς Μονή Σουρωτής, όπου βρίσκεται και ο τάφος του γέροντα Παΐσιου. Στο σπίτι του γέροντα Παΐσιου, στην Κόνιτσα, διαμένει η οικογένεια του υπερήλικα αδελφού του Ραφαήλ, μαζί με τις αναμνήσεις, τα προσωπικά αντικείμενα και τα βιβλία του μοναχού. Το Μιστί και τα Φάρασα ήταν δύο κεφαλοχώρια στην Περιφέρεια της Καππαδοκίας, με διαφορετικό ιδίωμα, διαλέκτους και φορεσιές. Το γλωσσικό ιδίωμα στο Μιστί, όπως εξηγεί ο Ανδρέας Χατζηεφραιμίδης, ήταν ένα κράμα από αρχαία ελληνική, τουρκικές και άλλες λέξεις. Σύμφωνα με κάποιες εκδοχές, πρόκειται για την γλώσσα της Ιωνίας. Σήμερα, 90 χρόνια μετά τον ξεριζωμό, οι ηλικιωμένοι, κυρίως, στις συναντήσεις τους αλλά και μέσα στις οικογένειές τους, χρησιμοποιούν "τη μητρική τους γλώσσα". Μάλιστα, για να μην εκφυλιστεί, με πρωτοβουλία του Συλλόγου, έχει εκδοθεί ένα εγχειρίδιο εκμάθησης της γλώσσας για τις νεότερες γενιές. Στο Μιστί, η γη δεν ευνοούσε τη γεωργία. Οι άνθρωποι "ζούσαν κυριολεκτικά κάτω από τη γη, σε κατακόμβες. Τους βοηθούσε και το έδαφος, γιατί μπορούσαν να το λαξεύσουν. Είχαν μεγάλα δωμάτια, με δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα. Το σπίτια περιέβαλε μεγάλη μάντρα, όπου ζούσε το κάθε σόι. Ήταν το οχυρό τους, καθώς προφυλάσσονταν από τις τουρκικές επιδρομές". Όταν οι Μιστιώτες ανέβαιναν στην επιφάνεια από το έδαφος, βρίσκονταν όλοι γύρω από τη μεγαλοπρεπή εκκλησία. Όπως αναφέρει ο κ. Χατζηεφραιμίδης, ήταν μεγάλη η επιθυμία να δείξουν ότι είναι χριστιανοί, μέσα στον μουσουλμανικό πληθυσμό. Η εκκλησία στέκεται ακόμη και σήμερα στο κέντρο του χωριού. Αρχικά, ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Βλάσιο και στη συνέχεια στον Άγιο Βασίλειο. Όλα τα σπίτια - κατακόμβες συνδέονταν, με υπόγειες σήραγγες, με την εκκλησία.
Οι Μιστιώτες ήταν παπλωματάδες και εργάζονταν σε όλη την περιοχή της Καππαδοκίας. Έφτιαχναν επίσης και τους "κετσέδες", που ήταν κάπες από γίδινη τρίχα, τις οποίες έστρωναν στο δάπεδο, για να απορροφούν την υγρασία. Όταν ήρθαν στην Κόνιτσα, λιγοστοί συνέχισαν το επάγγελμά τους, μέχρι τη χρονική περίοδο που η παραγωγή πέρασε στη βιομηχανία. Σε άλλες περιοχές, ειδικά στην Λάρισα, οι πρόσφυγες συνέχισαν την παράδοση και εξελίχτηκαν σε βιομήχανους παπλωματάδες. Τα Φάρασα ήταν απομονωμένο χωριό νοτιοανατολικά της Καππαδοκίας. Λέγεται ότι οι κάτοικοι της περιοχής προέρχονταν από τον Πόντο. Το Οθωμανικό Κράτος τους "μετακίνησε", καθώς τα βουνά της Καππαδοκίας ήταν πλούσια σε μεταλλεύματα σιδήρου και οι Φαρασιώτες ήταν οι καλύτεροι τεχνίτες οπλουργοί και σιδηρουργοί. Όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, συνέχισαν το επάγγελμα και έστησαν σιδηρουργία. Στην Κόνιτσα, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ορισμένοι, αν και σε προχωρημένη ηλικία, λειτουργούσαν τα σιδηρουργεία τους. Τα πρώτα χρόνια στην Κόνιτσα, η καινούργια ζωή για τους πρόσφυγες ήταν δύσκολη, καθώς συνάντησαν διαφορετικά ήθη, έθιμα, επαγγέλματα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, αφομοιώθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό και συμβιώνουν αρμονικά. Πριν αναχωρήσουμε θέλησαν να μας κεράσουν τα "δικά" τους γλυκά - "Ισλί Καππαδοκίας", που μοιάζει με κουραμπιέ και "Χοσάφια" από ξερά φρούτα