Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Κώστας Τασούλας: Με ευθύνη ΣΥΡΙΖΑ έχουμε μια λειψή Συνταγματική Αναθεώρηση

Ο βουλευτής Ιωαννίνων και Γενικός Εισηγητής της ΝΔ για την Συνταγματική Αναθεώρηση κ.Κώστας Τασούλας, κατά την χθεσινή συζήτηση στην Βουλή και προ της τελικής ψηφοφορίας για την Αναθεώρηση, έκανε την ακόλουθη ομιλία: «Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η απόπειρα συνταγματικής...
αναθεωρήσεως είναι μία σπάνια κοινοβουλευτική διαδικασία, λόγω του ότι το Σύνταγμά μας –ευτυχώς- είναι αυστηρό. Μπορεί να γίνει όχι κάθε μέρα. Η τελευταία έγινε πριν από ένδεκα χρόνια και η επόμενη φοβούμαι ότι μπορεί να γίνει μετά από άλλα δέκα χρόνια, ίσως όμως και να σωθεί. Αυτές οι χρονικές παράμετροι καταδεικνύουν τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα της αναθεωρήσεως, η οποία προφανώς δεν έχει να κάνει με τους χαρακτηρισμούς που επιχειρούνται να δοθούν σε πολιτικούς αντιπάλους, με βάση τις τρέχουσες πολιτικές ή κομματικές αγωνίες ή ανασφάλειες. Είναι καλλιεπείς αγωνίες ή ανασφάλειες -για να είμαι δίκαιος με τον συνάδελφο που μίλησε προηγουμένως-, αλλά δεν έχουν σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση. Επίσης, δεν έχει σχέση με την ανάγκη συνταγματικής αναθεωρήσεως ο μεγάλος αριθμός των άρθρων που προτείνονται, που επεβίωσαν της προ μηνός ψηφοφορίας και που πέρασαν τον πήχη των 151 ψήφων, εν σχέσει με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Γιατί; Τα πραγματικά προβλήματα της χώρας δεν έχουν να κάνουν με όλες εκείνες τις λεκτικές υπερβολές και τις λεκτικές ενισχύσεις που προσφέρονται στο Σύνταγμα εν είδει αναθεωρητικών προτάσεων. Ο Πρωθυπουργός είναι επιρρεπής, και σας έχει κολλήσει όλους και όλες, σε μία λεκτική υπερβολή, χαρακτηρίζοντας την οικονομία σαν το προτέρημά του, το ατού του, χαρακτηρίζοντας τη Συμφωνία των Πρεσπών ως αριστούργημα. Αυτήν την επιδημία λεκτικής υπερβολής δεν προφυλάξατε τον εαυτό σας από το να την αποφύγετε και έχετε πλήρως υποκύψει σε αυτήν, επηρεασμένοι από τις χθεσινές πάλι υπερβολές του Πρωθυπουργού που κήρυξε, άκουσον-άκουσον, προσκλητήριο για τον πρώτο κύκλο της μεγάλης και τολμηρής θεσμικής τομής που υπηρετεί δήθεν η αναθεώρηση. Να δούμε την αναθεώρηση με βάση το τι προτείνετε, αλλά να τη δούμε και με βάση το τι δεν προτείνετε, γιατί η αναθεώρηση δεν μπορεί να κριθεί μόνο με αυτά τα οποία επεβίωσαν των ψηφοφοριών, αλλά κρίνεται και με αυτά τα οποία δεν επεβίωσαν. Θυμίζω και στο Κοινοβούλιο, αλλά και στους Έλληνες πολίτες που τυχόν μας παρακολουθούν, ότι σε αυτή την αναθεώρηση -λόγω του ότι δεν δείξατε όχι την αντινεοφιλελεύθερη έχθρα σας ή αντίθεσή σας, αλλά δεν δείξατε την προσγειωμένη αντίληψη που επιβάλλεται- δεν πάνε για αναθεώρηση διατάξεις που αφορούν εις την πολιτική σταθερότητα, δηλαδή στην επιδίωξη τετραετίας και στη δυσχέρανση διαλύσεως της Βουλής, πέραν του θέματος του Προέδρου της Δημοκρατίας. Προτείναμε, όπως ξέρετε, την κατάργηση του καταχρηστικού λόγου διαλύσεως της Βουλής περί μείζονος εθνικού ζητήματος και δεν το δεχτήκατε. Ποιο νεοφιλελεύθερο, ποιο θατσερικό, ποιο ελιτίστικο πρόταγμα υπαγορεύει την υπονόμευση της καθιέρωσης πολιτικής σταθερότητας; Κανένα. Όλα αυτά δείχνουν ότι είστε αδιόρθωτοι εν σχέσει με το οικείο σε εσάς, όπου θα καταταχθείτε πάλι σύντομα, σημείο του πολύ μειοψηφικού ποσοστού το οποίο θα κατακτήσετε. Και εννοώ «μεγάλο μειοψηφικό ποσοστό» όχι ως αντιφατική έκφραση, αλλά για να δείξω την εκλογική βύθιση η οποία σας περιμένει και τον Μάιο και όποτε γίνουν οι πολιτικές εκλογές. Ουσιαστικά και από την αναθεώρηση δεν έχετε καταλάβει τι χρειάζεται η χώρα. Εκμεταλλευτήκατε και αξιοποιήσατε τον θυμό του ελληνικού λαού για την οικονομική κακουχία των τελευταίων ετών, αλλά το προνόμιο της διακυβερνήσεως που δημοκρατικά σας ανετέθη -γιατί είτε ανετέθη με θυμό, είτε ανετέθη με αγανάκτηση, η ψήφος ανετέθη δημοκρατικά στον ΣΥΡΙΖΑ- δεν το ασκήσατε, λοιπόν, αυτό το προνόμιο της διακυβερνήσεως για όφελος της χώρας. Σήμερα, επειδή δεν έχετε επιτεύγματα να προτείνετε και θα ήταν επίτευγμα μία σωστή αναθεώρηση, καταλήγετε πάλι σε αντιθέσεις, περιχαρακώσεις και διαιρέσεις. Αποτρέπετε, λοιπόν, την κυβερνητική σταθερότητα. Αποτρέπετε βελτιώσεις, γιατί απορρίψατε ό,τι αφορά στο περιβάλλον, ό,τι αφορά στην ανώτατη εκπαίδευση, ό,τι αφορά στη Δικαιοσύνη, ό,τι αφορά στη δημοσιονομική σταθερότητα, ό,τι αφορά στην αποφυγή αναδρομικής φορολογίας, ό,τι αφορά στη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης. Λες και όλοι αυτοί οι τομείς είναι τέλειοι και δεν χρειάζονται ριζική βελτίωση, αρχής γενομένης από τη λεκτική διατύπωση του Συντάγματος. Δεν παριστάνω ότι θεωρώ το Σύνταγμα σωσίβιο, αλλά το Σύνταγμα θα μπορούσε να είναι το θεσμικό έναυσμα όλων εκείνων των βελτιώσεων που ο ελληνικός λαός ζητά και η χώρα στερείται εξαιτίας της προ μηνός ψήφου σας και στα θέματα της παιδείας και στα θέματα της διοίκησης και της Δικαιοσύνης και της οικονομίας και του περιβάλλοντος. Περιορίστηκε αυτή η αναθεώρηση, με την ψήφο των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, σε τέσσερις κατηγορίες που θα μπορούσα να τις περιγράψω σαν την κατηγορία του περιττού, την κατηγορία του χαοτικού, την κατηγορία των εκτός τόπου και χρόνου προτάσεων και εκείνων που έγιναν αναγκαστικά γιατί οι περιστάσεις το επιβάλλουν: Η θρησκευτική ουδετερότητα, για την οποίαν επαίρεστε, είναι η αποθέωση του περιττού. Το άρθρο 13 ξεπερνάει τη θρησκευτική ουδετερότητα και καθιερώνει την απόλυτη ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως. Συνεπώς, το να προτάξουμε στο άρθρο 3 ότι είναι θρησκευτικά ουδέτερο το Κράτος είναι περιττό και βερμπαλιστικό, ανατρέπει παράδοση αιώνων, δείχνει εχθροπάθεια προς την επικρατούσα θρησκεία, η οποία δεν είναι η επιβαλλόμενη θρησκεία. Είναι η επικρατούσα θρησκεία και ο όρος είναι περιγραφικός και ιστορικός και οφείλουμε να τον σεβαστούμε γιατί προϋπήρχε της συστάσεως του ελληνικού κράτους. Ακόμη και τα Συντάγματα των Ιονίων Νήσων, που προηγήθηκαν των ελληνικών Συνταγμάτων - δηλαδή της Επιδαύρου, της Τροιζήνας και του Άστρους- ακόμη και αυτά τα Συντάγματα, μιλούσαν για την επικρατούσα θρησκεία. Εσείς, λοιπόν, για να κάνετε μια επίδειξη μοντερνισμού, ανατρέπετε μια ιστορική περιγραφική παράδοση σεβασμού προς την επικρατούσα θρησκεία της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα και προσβάλλετε το θρησκευτικό συναίσθημα με την δήθεν ουδετερότητα, η οποία –επαναλαμβάνω- είναι κατοχυρωμένη με το παραπάνω. Περιττό είναι και αυτό το οποίο ψηφίζετε και προτείνετε εν σχέσει με την ενδυνάμωση των κοινωνικών δικαιωμάτων στα άρθρα 21 και 22 της πρόνοιας, της υγείας, της ασφάλισης, της εργασίας. Και το λέτε οι ίδιοι ότι είναι περιττό. Αφήστε εμένα που «εκφράζω» την ελίτ! Επ’ ευκαιρία, ήθελα να σας πω εν σχέσει με την ελίτ να μου την υποδείξετε λίγο, να πάω να συστηθώ, γιατί ποτέ δεν με αναγνώρισε ως εκπρόσωπο της. Ο Chris Woodhouse στο βιβλίο του «Το μήλο της Έριδος» που περιγράφει την Ελλάδα μετά την απελευθέρωση και όλη την κακουχία της χώρας μετά το ’44 έως το ’50 μιλάει για τους παράγοντες που έπαιξαν ρόλο στην πορεία της Ελλάδας εκείνη την περίοδο και, όταν φτάνει στο σημείο του στρατού, λέει ότι οι ένοπλες δυνάμεις ήταν αφοσιωμένες στο κατεστημένο -εσείς θα λέγατε στην ελίτ- μόνο που δεν έβλεπαν κανένα κατεστημένο να εκτιμά την αφοσίωσή τους. Έτσι είναι το κατεστημένο στην Ελλάδα, είναι μία υδραργυρική κατάσταση. Ειλικρινώς, θα ήθελα να σας πείσω εάν μπορούσα -να σας πειθαναγκάσω δεν μπορώ, απαγορεύεται συνταγματικώς-, ότι η έννοια του κατεστημένου στην Ελλάδα έχει να κάνει περισσότερο με την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, την οποία έχετε υποθάλψει και εσείς -δεν εξαιρώ κανέναν-, αλλά κατεστημένο με την έννοια που φαντάζεστε δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Και αισθάνομαι λίγο σαν το στρατό της περιόδου που περιγράφει ο Woodhouse, ότι υποστηρίζω το κατεστημένο, μόνο που δεν υπάρχει κανένα κατεστημένο να αναγνωρίσει την υποστήριξή μου! Συγγνώμη για την αποδόμηση αυτής της θεωρίας, αλλά μακάρι να είχαμε κατεστημένο στην Ελλάδα με την έννοια την υγιή που υπάρχει σε πολλές χώρες, διότι εσείς το αποτρέπετε με την απόρριψη του άρθρου 16, το οποίο δεν αφορά μόνο τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά αφορά και τα πρότυπα σχολεία όπου θα μπορούσε να αποκτηθεί κατεστημένο στη χώρα από αυτοδημιούργητους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν την ικανότητα μέσω της παιδείας να νικήσουν τη μοίρα τους. Αυτά τα πρότυπα σχολεία εμείς προτείνουμε να γίνουν σε κάθε περιφέρεια και το αποτρέψατε, γιατί δεν θέλετε τα παιδιά των φτωχών οικογενειών να μπορέσουν να απολαύσουν υψηλής παιδείας σύμφωνης με τα προσόντα τους και να γίνουν με την καλή έννοια κατεστημένο, νικώντας τη μοίρα τους. Η Αριστερά, όμως, προφανώς θέλει ο κόσμος να είναι βουτηγμένος στην κακουχία του, για να μπορεί να αλιεύει από τα θύματα της κακουχίας ψηφοφόρους με επιδόματα που δίνει, ενώ εμείς θέλουμε να μπορεί καθένας να νικάει τη μοίρα του και όχι να υπηρετεί μία ελίτ, την οποία εσείς για λόγους φθόνου του ακροατηρίου τονίζετε συνεχώς, μπας και πιάσετε κάποιον ο οποίος σου λέει: «Γιατί να υπάρχει ελίτ και εγώ να μην είμαι; Ας τους ψηφίσω αυτούς που μισούν την ελίτ που εγώ δεν έγινα στη ζωή μου». Δεν είναι τόσο απλοϊκά τα πράγματα. Αποτρέπετε, λοιπόν, το να έχουμε μία σοβαρή αναθεώρηση, προτείνοντας κοινωνικά δικαιώματα κατά τρόπο περιττό και αποδεικνύετε και εσείς οι ίδιοι ότι είναι περιττό στην εισηγητική σας έκθεση, στην οποία μου διέλαθε το εξής: Ποτέ την εισηγητική έκθεση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν την υπογράφει ο απαραίτητος αριθμός Βουλευτών. Είστε το πρώτο κόμμα, ίσως λόγω αυτών των αντιρρήσεων που υπήρχαν στην Κοινοβουλευτική σας Ομάδα -δεν το είχα προσέξει-, που προτείνατε αναθεώρηση με πενήντα μόλις ψήφους, όσους δηλαδή απαιτεί το Σύνταγμα. Πενήντα ψήφοι Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, σαράντα εννέα του ΣΥΡΙΖΑ και της κυρίας Μεγαλοοικονόμου για την ακρίβεια, οι οποίες στήριξαν την πρότασή σας, που είναι πρωτοφανές, διότι συνήθως έχει πανηγυρικό χαρακτήρα αυτή η πρόταση όταν κατά βάθος και συνολικά την πιστεύεις βέβαια. Λέτε, λοιπόν, στην εισηγητική σας έκθεση ότι αυτοί οι κανόνες των κοινωνικών δικαιωμάτων που προστατεύετε απορρέουν ήδη από την ισχύουσα διατύπωση της διάταξης του Συντάγματος, κάτι που ειδικά όσον αφορά το δικαίωμα προσφυγής στη διαιτησία έχει επιβεβαιωθεί και νομολογιακά με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας τάδε. Επομένως, «η πρότασή μας αποσκοπεί να επιβεβαιώσει και να καταστήσει εφεξής αναμφισβήτητους κανόνες». Και λέτε παρακάτω ότι «με την πρότασή μας για τα κοινωνικά δικαιώματα επιδιώκουμε να κατοχυρώσουμε θεμελιώδη και δομικά χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος, όπως έχουν διαμορφωθεί ιστορικά και έχουν παγίως επιβεβαιωθεί από το νομοθέτη και τη νομολογία». Δηλαδή, εσείς δεν κάνατε πρόταση αναθεωρήσεως του Συντάγματος, κάνετε μία περιττή πρόταση ερμηνείας του Συντάγματος, η οποία όμως ήταν περιττή και το λέτε με τα ίδια σας τα λόγια. Εκτός από τις περιττές διατάξεις έχετε και χαοτικές διατάξεις προτείνοντας τέσσερα νέα είδη δημοψηφίσματος και έχετε και άλλες χαοτικές διατάξεις, διότι προτείνετε την συνταγματική καθιέρωση της απλής αναλογικής και προτείνετε δημοψηφίσματα εσείς που αρνηθήκατε να κάνετε δημοψήφισμα για το αριστούργημα, όπως το είπε ο Πρωθυπουργός, της Συμφωνίας των Πρεσπών. Υπάρχουν, επίσης, διατάξεις που είναι εκτός τόπου και χρόνου –και όπως θα λέγαμε εμείς της «ελίτ» στην Γηραιά Αλβιόνα, κύριε συνάδελφε Δουζίνα, εις την οποίαν ζήσατε: «Out of touch»-, προτάσεις εκτός τόπου και χρόνου, όπως το να είναι Βουλευτής ο Πρωθυπουργός και τίποτε άλλο, όπως να έχουν τρεις θητείες οι Βουλευτές μετά διάλειμμα και μετά άλλες τρεις και μετά διάλειμμα. Αλλά λέτε ότι οι τρεις θητείες πρέπει να είναι διαδοχικές και καθεμία από αυτές να έχει επιτύχει τα δύο τρίτα της τετραετίας, που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα δεν περιορίζετε τις θητείες. Απλώς δίνετε μία επικεφαλίδα περιορισμού της θητείας των Βουλευτών για το κοινό, το οποίο διάκειται δυσμενώς προς την βουλευτική ιδιότητα και η κρίση έχει προκαλέσει αρκετές αντίθετες διαθέσεις στο εκλογικό σώμα προς το βουλευτικό αξίωμα και νομίζετε ότι έτσι θα ικανοποιήσετε αυτούς που λένε ότι φταίνε μόνο οι τριακόσιοι για τα δεινά της χώρας. Έχετε και κάποιες διατάξεις που δεν μπορούσατε να τις αποφύγετε, ούτε το άρθρο 62, ούτε το άρθρο 86. Όχι εσείς, κανείς δεν μπορούσε να τις αποφύγει. Σας θυμίζω ότι πριν από δεκατρία χρόνια όταν ο τότε απλός Βουλευτής Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να αλλάξει το άρθρο 86, για το οποίο κανείς δεν ενδιαφερόταν τότε την περίοδο της ευμάρειας να αλλάξει, βρέθηκαν μετά βίας επτά ψήφοι αντί για τους πενήντα που χρειαζόταν για να προταθεί. Έχουμε, λοιπόν, μία αναθεώρηση η οποία ουσιαστικά θα στείλει στην επόμενη Βουλή τα απομεινάρια μιας ουσιαστικής συζήτησης, τα απομεινάρια μιας πραγματικής ανάγκης και θα κληθεί να τα σταθμίσει η επόμενη πλειοψηφία, η οποία είναι σαφής για εσάς ποια θα είναι και προσπαθείτε μάταια να αποτρέψετε όχι την έκβαση του επόμενου αποτελέσματος, αλλά την έκταση του επόμενου εκλογικού αποτελέσματος. Την έκταση της ήττας σας προσπαθείτε να διαχειριστείτε με ό,τι κάνετε από δω και πέρα. Δεν κυβερνάτε τη χώρα, διαχειρίζεστε την ήττα σας. Τα απομεινάρια, λοιπόν, της συνταγματικής αναθεώρησης που θα σταλούν στην επόμενη Βουλή, όπως προβλέπεται, θα είναι χαοτικές, περιττές και εκτός τόπου και χρόνου διατάξεις με ελάχιστες εξαιρέσεις και θα κληθεί η επόμενη πλειοψηφία, η πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να σταθμίσει κατά πόσον τα απομεινάρια αυτής της αναθεωρητικής προσπάθειας αξίζουν τον κόπο να μετατραπούν σε αναθεώρηση ή να προχωρήσουμε σε μία εξ υπαρχής διαδικασία, η οποία θα δώσει και την πραγματική βαρύτητα με την πρόταση για αναθεώρηση όλων εκείνων των άρθρων που εσείς δεν τολμήσατε να προτείνετε εν ονόματι μιας δήθεν εχθροπάθειας σας προς τον νεοφιλελευθερισμό και τα λοιπά. Το άρθρο 32 για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας φαίνεται ότι θα σταλεί με γενναιόδωρη πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή αν μπορώ να σας μελετήσω, αλλά δεν θα εκπλαγώ και να αποτύχω να σας προβλέψω. Και θέλω να ξέρετε ότι έχει ενδιαφέρον η συμπεριφορά σας σε αυτό το άρθρο όχι με βάση τα περί κόλπο γκρόσο και όλα αυτά, γιατί προφανώς δεν ήταν κανένα κόλπο, ήταν μία εξ υπαρχής θέση.... Πάντα είχαμε τοποθετηθεί υπέρ της αλλαγής του άρθρου 32 και είχατε και εσείς, εν είδει εμπράκτου μετανοίας, αρνηθεί να επαναλάβετε, θεσμικά τουλάχιστον, τη συμπεριφορά που ακολουθήσατε το 2014 και οδήγησε τη χώρα σε πρόωρες εκλογές με το υπερόπλο της κατάχρησης του άρθρου 32. Αλλιώς, δεν είναι υπερόπλο. Μόνο ως κατάχρηση το άρθρο 32 κατάντησε να είναι υπερόπλο. Τώρα το αλλάξατε και προσέξτε να δείτε την κουτοπονηριά σας. Βάλατε στην εισαγωγή της προτάσεως σας ότι το άρθρο 32 αφορά την κατεύθυνση της απεμπλοκής της εκλογής του Προέδρου από την πρόκληση εκλογών. Σωστό. Το ίδιο βάλαμε και εμείς. Όταν είδατε ότι η θεωρία της δεσμευτικότητος δεν στέκει, ούτε με βάση την πρακτική του παρελθόντος ούτε με βάση την συντριπτική επιστημονική άποψη των συνταγματολόγων, στο ψηφοδέλτιο που μας μοιράσετε και σήμερα και προ μηνός βάλατε και μια δεύτερη κατεύθυνση, προς την κατεύθυνση επιπλέον της εκλογής από τον λαό, νομίζοντας ότι έτσι θα δεσμεύσετε, στην περίπτωση που περάσει το άρθρο -και φαίνεται ότι περνάει-, την επομένη πλειοψηφία να το ψηφίσει μόνο εάν δεχτεί τη θεωρία της προσφυγής στο λαό. Ελάτε, όμως, που υπάρχει τελικά Θεός. Μάλλον σας τιμωρεί. Και ο Θεός αυτός έφερε τα πράγματα έτσι ώστε το άρθρο 30, το οποίο ήταν προμετωπίδα της μεταρρύθμισής σας και προέβλεπε την αλλαγή του τρόπου εκλογής με την προσθήκη της εκλογής από τον λαό, δεν πέρασε. Λαχάνιασε και δεν έκοψε τον πήχη, το νήμα των εκατόν πενήντα μία ψήφων. Τώρα καλούμαστε να ψηφίσουμε το άρθρο 32, χωρίς θεσμικά με τη δική σας ψήφο να υπάρχει η δυνατότητα της εκλογής από τον λαό. Άρα, στην επόμενη Βουλή το θέμα του Προέδρου της Δημοκρατίας θα λυθεί χωρίς το καταχρηστικό υπερόπλο της προσφυγής στις κάλπες και της διαλύσεως της Βουλής, εις το οποίο και καταφύγατε. Η αναθεώρηση του Συντάγματος ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Η Νέα Δημοκρατία από την πρώτη στιγμή -και τελειώνω, κύρια Πρόεδρε- ζήτησε η αναθεώρηση να έρθει στο θεσμικό τοπίο της, δηλαδή στη Βουλή. Ποτέ δεν είπαμε, ποτέ δεν υπονοήσαμε, όπως ελέχθη, ότι τάχα θα είμαστε απόντες από τη συνταγματική αναθεώρηση. Είμαστε παρόντες από την αρχή και σύραμε τα πράγματα για το θεσμικό τοπίο της αναθεώρησης, που είναι η Βουλή των Ελλήνων και το Κοινοβούλιο, βάσει του ίδιου του Συντάγματος. Εσείς οι ίδιοι δεν σεβαστήκατε ούτε τις προτάσεις σας, δεν σεβαστήκατε ούτε τις ανάγκες της χώρας, δεν σεβαστήκατε ούτε το δικαίωμα του ελληνικού λαού που μεσολαβεί ανάμεσα στην προτείνουσα και την αναθεωρητική Βουλή να καθορίσει κυριαρχικά την αναθεώρηση, επιλέγοντας την πρόταση που αυτός θέλει. Για αυτό και εμείς από την αρχή σας είπαμε κάτι που σας τρόμαξε και προσπαθήσατε να το λοιδορήσετε. Σας είπαμε να ψηφίσει ο ένας τις προτάσεις του άλλου, ώστε ο λαός να γίνει η αναθεωρητική δύναμη, όπως προβλέπει το Σύνταγμα. Το αρνηθήκατε και αυτό. Αρνηθήκατε τη λαϊκή παρέμβαση στην αναθεώρηση. Αρνηθήκατε τα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Αρνηθήκατε ουσιαστικές αλλαγές και καταφύγατε σε περιττές και χαοτικές διατάξεις, για να καμαρώνετε και να κοκορεύεστε ότι έχετε άλλο ένα δήθεν αριστούργημα, μια συνταγματική αναθεώρηση, όπως την αποκάλεσε χθες ο Πρωθυπουργός, «τολμηρή και ευρείας κλίμακας». Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Η επόμενη Βουλή θα κληθεί να σταθμίσει, από το εύρος των διατάξεων που θα σταλούν με τη σημερινή ψηφοφορία, αν θα πραγματοποιηθεί μια σημειακή αναθεώρηση προς την κατεύθυνση κυρίως της πολιτικής σταθερότητας και της διαφύλαξης του κύρους του πολιτικού κόσμου με τον δραστικό περιορισμό δικαστικών προνομίων ή αν θα κάνει μια άλλη κίνηση ταχύτατης αναθεωρητικής επανεκκίνησης, που θα έχει μέσα όλα τα σημαντικά και βαριά θέματα που αφορούν τον ελληνικό λαό και τις θεσμικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Σήμερα, εξαιτίας του ΣΥΡΙΖΑ, διαχειριζόμαστε τα απομεινάρια, τα αποφόρια μιας συνταγματικής αναθεώρησης που εξαιτίας σας δεν έγινε τολμηρή, χρήσιμη και γενναία, αλλά μην έχετε την αίσθηση ότι και σε αυτό το θέμα θα υπονομεύσετε τις απαραίτητες συνταγματικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Συντομότερα ή λίγο αργότερα οι καίριες συνταγματικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα, όποιες δεν προτείνατε εσείς δηλαδή, θα γίνουν κτήμα του ελληνικού λαού και θα συμπεριληφθούν στο κείμενο του Συντάγματος της χώρας».