Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Ο ...Ταρζάν στην Πρέβεζα

Χρονογράφημα του Δρ. Χαράλαμπου Γκούβα (*)
Η ιστορία αυτή είναι από «δεύτερο χέρι» αλλά αληθινή. Χρειάζεται όμως μιά μικρή εισαγωγή.

Ο πληθυσμός της Πρέβεζας υπέστη κατά τον εικοστό αιώνα τέσσερις ομαδικές μεταναστεύσεις με επακόλουθη αλλοίωση πληθυσμού, αλλά και πολιτισμική υποβάθμιση. Με απλά λόγια «έφυγαν οι διόφθαλμοι, και έμειναν οι μονόφθαλμοι, να βασιλεύουν στους γκαβούς» (Ελληνικό γνωμικό). Οι μεταναστεύσεις αυτές ήταν απότοκες μεγάλων ιστορικών...
γεγονότων. Η πρώτη μετανάστευση ήταν το 1912-1913, με την απελευθέρωση της Πρέβεζας (1912), οπότε έφυγαν οι Τούρκοι, οι Αλβανοί και σχεδόν όλη η αστική τάξη (πρός την Αθήνα). Κι όταν λέμε αστική τάξη εννοούμε χαβιάρι, Σοπέν στο πιάνο, χοροεσπερίδες με τουαλέτες Λαφαγιέτ, Γαλλικά, κλπ.

Η δεύτερη μετανάστευση-αλλοίωση ήταν η εξολόθρευση των Εβραίων της Πρέβεζας από τους Ναζί στό Αουσβιτς (1944) και φυγή πολιτών δεξιών και αριστερών πρός μεγάλα αστικά κέντρα, λόγω αντιποίνων του εμφυλίου πολέμου (1944-1949). Ξύλο έπεφτε, πυρπολήσεις οικιών, λεηλασίες, δολοφονίες, κλπ.

Η τρίτη μετανάστευση ήταν οικονομικής φύσης λόγω της κατασκευής του οδικού άξονα Πρέβεζας – Αθηνών, οπότε έπαψε η σύνδεση με πλοία («Γλάρος») διά του Πειραιώς (1955-1960), υποβαθμίστηκε το λιμάνι της πόλης και η ανεργία των λιμενεργατών οδήγησε στην αστυφιλία και στην φυγή στη Γερμανία, Βέλγιο, Αυστραλία και Σουηδία (1960-1965).

Η τέταρτη μετανάστευση ήταν επί χούντας (1967-1974). Παρά τα μεγάλα έργα της Δικτατορίας στην πόλη (Νέο λιμάνι, Ναυτικές σχολές, Νοσοκομείο, Οδός Πρέβεζας Ηγουμενίτσας, κλπ), η εκβιομηχάνιση της Αττικής οδήγησε κύματα Πρεβεζάνων στην Αθήνα. Ετσι η Πρέβεζα που είχε 12.000 κατοίκους το 1900, μετά από 100 χρόνια έφτασε να έχει πάλι 12.000 κατοίκους πράγμα αδιανόητο!

Οι οικονομικοί μετανάστες επαρχιώτες στην Αθήνα, είχαν ένα «κουσούρι». Απέκρυβαν από που κατάγονται, ιδίως οι Ηπειρώτες. Ντρέπονταν να το πούν, γιά να μην τους αποκαλέσουν «βλάχους». Μόνο οι Κρητικοί το δήλωναν αναγκαστικά διά της προφοράς τους. Δεν φτάνει αυτό, είχαν και ένα δεύτερο «κουσούρι». Οταν οι επαρχιώτες των Αθηνών έρχονταν γιά διακοπές στην επαρχία, «το έπαιζαν» Αθηναίοι – πρωτευουσιάνοι πρός επίδειξιν.

Αυτά ως προς το μεταναστευτικό της Πρέβεζας. Από την άλλη μεριά, στήν Ελλάδα δεν επιτρέπονταν μέχρι το 1968 οι εισαγωγές τροπικών φρούτων λόγω ελλείψεως δολλαρίων. Η Ελλάδα όμως είχε πλήρη αυτάρκεια σε φτηνά φρούτα και μάλιστα έκανε και πολλές εξαγωγές. Ετσι τα μανάβικα (οπωροπωλεία) της Ελλάδας πουλούσαν πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια, αχλάδια, σταφύλια, καρπούζια κλπ. Μπανάνες κλπ είδε επί Δικτατορίας μετά το 1968 η Ελλάδα, λόγω εισροής δολαρίων,  και κάποια άλλα τροπικά φρούτα πολύ αργότερα. Εγώ προσωπικά δοκίμασα μπανάνες το 1968 όταν έσπασα το χέρι μου στη γυμναστική και νοσηλεύτηκα στο τότε υπερλούξ Νοσοκομείο ΚΑΤ 3 μέρες. Βουνά οι μπανάνες!!! Ας έρθουμε τώρα στην ιστορία μας.

Είμαστε στο καλοκαίρι του 1965 περίπου. Στην αγορά Πρέβεζας ακριβώς απέναντι από το Ενετικό ρολόϊ, εκεί που είναι σήμερα ένα ψιλικατζήδικο, υπήρχε το μανάβικο του Λάμπρου Κανιώρη «Η Ραγισμένη Καρδιά» (βλέπε φωτογραφία 1970). Κάποια μέρα εμφανίζεται ένας νέος κομψευόμενος κύριος, Πρεβεζάνος ετεροδημότης «των Αθηνών» (ένας Θεός ξέρει σε ποιό υπόγειο στα Πετράλωνα, ή στο Κερατσίνι έμενε) και γιά να κάνει εντύπωση (να «πουλήσει μούρη») ρωτάει με ύφος:

- Νεαρός: «Παρακαλώ Κύριε, μήπως έχετε μπανάνες»;
- Μανάβης: «Οοοοοχι!»
- «Μήπως Αβογκάντο»;
- «Οοοοοχι!»
- «Μήπως Μάγκο»;
- «Οοοοοχι!»
- «Μήπως Παπάγια»;
- «Οοοοχι»!
- «Μήπως Ανανά»;
- «Οοοοοοοχι!»
- «Τι έχετε δηλαδή»;
- «Εχω πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια, σταφύλια, αχλάδια, καρπούζια, πεπόνια, κλπ, Ελληνικά»
- «Καλά ευχαριστώ» λέει ο «Αθηναίος» και απομακρύνεται.

Δεν προλαβαίνει να φύγει 5 μέτρα και σκάει η βόμπα:
- «Συγνώμ’ ορέ πατριώτη...»
- «Ορίστε παρακαλώ»!
- «Δε μ΄λές αδερφάκιμ! Τι τα θέλς όλα αυτά; Τον Ταρζάν μουσαφίρη έχς απόψι»?

Εννοείται ότι οι παρευρισκόμενοι έσκασαν στα γέλια και το ανέκδοτο διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την πόλη. Οσο γιά τον «Αθηναίο» νεανία, δεν μάθαμε τι έγινε. Μάλλον μετέφερε τα εκλογικά δικαιώματα στην Αθήνα, και δεν ξαναπάτησε στην πατρίδα του που τόσο λοιδώρησε.

Συμπέρασμα: «Οποιος σκάβει το λάκο του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα».-