Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ-Όταν η φύση οργιάζει και συνεργάζεται με την τέχνη των “κτιστάδων” το αποτέλεσμα σαγηνεύει

Στα Τζουμέρκα, όσο τραχιά είναι η φύση, τόσο αγνοί και φιλόξενοι είναι οι άνθρωποι. Oσο τρομακτικοί και επισφαλείς φαντάζουν οι γκρεμοί, τόσο στιβαρά ορθώνονται τα παραδοσιακά πέτρινα σπίτια. Κι όσο ορμητικά κατηφορίζουν τα ποτάμια, τόσο γλυκά, νωχελικά κυλάει η ζωή. Εδώ τα έργα της φύσης, κοφτερές κορφές, βαθιές χαράδρες, ορμητικά ποτάμια βρίσκονται σε έναν αιώνιο ανταγωνισμό με τα έργα του ανθρώπου, πανέμορφα χωριά, περήφανα γεφύρια, απόκρημνες μονές.Προστατευμένο από την...
επιβλητική κορμοστασιά της Στρογγούλας (2.112 μέτρα), βρίσκεται η έδρα του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων, τα Πράμαντα, ένα ζωντανό κεφαλοχώρι. Βόρεια από τα Πράμαντα βρίσκονται τα πιο ξακουστά βλαχοχώρια της περιοχής. Το Ματσούκι, ένα αρκετά «μοναχικό» αλλά «ζωντανό» χωριό με 70 μόνιμους κατοίκους. Λίγο πριν από την είσοδο στο χωριό θα δείτε έναν εντυπωσιακό καταρράκτη, ενώ μέσα στο χωριό θα βρείτε «ενεργή» δριστέλα (νεροτριβή). Ενα ακόμα πιο εντυπωσιακό μοναστήρι βρίσκεται στον δρόμο για Καλαρρύτες. Θα το δείτε ξαφνικά να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια σας, «ενσωματωμένο» σε μια κάθετη πλαγιά πάνω από το Καλαρρύτικο φαράγγι. Είναι η ξακουστή Μονή Κηπίνας (1212) με την ιδιότυπη αρχιτεκτονική, η οποία αποδεικνύει ότι «η πίστη και βουνά μπορεί να κινήσει»!Από εδώ και πέρα αρχίζουν τα πιο ωραία καθώς βρίσκονται δύο από τα πιο όμορφα χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο. Λίγο πιο πέρα από την Κηπίνα με κατεύθυνση τους Καλαρρύτες, λίγο μετά τη μεταλλική γέφυρα του Καλαρρύτικου ποταμού υπάρχει το φαράγγι του Χρούσια (παραπόταμος του Καλαρρύτικου). Μετά το πέτρινο γεφύρι της Κουιάσας, ξεπροβάλλει ένας «νεραϊδόκοσμος», με πυκνή βλάστηση, καταρράκτες και μια υπέροχη λιμνούλα, που τα καλοκαίρια λειτουργεί ως φυσική «πισίνα» για τους επισκέπτες της περιοχής.
Στα 1.200 μέτρα υψόμετρο, στην πλαγιά που λέγεται Πουλιάνα, βρίσκονται οι Καλαρρύτες που εναρμονίζονται απόλυτα με το επιβλητικό τοπίο. Πέτρα πάνω στην πέτρα! Ταλαιπωρημένα αλλά ανθεκτικά και περήφανα αρχοντόσπιτα, χορταριασμένα καλντερίμια, όμορφες βρύσες, όλα υμνούν το υλικό που χαρακτηρίζει την ηπειρώτικη αρχιτεκτονική, αλλά και τη μαστοριά των περίφημων κτιστάδων. Τα υπέροχα κτίρια θυμίζουν τα χρόνια ακμής του χωριού, το οποίο ήταν κάποτε ανθηρή κωμόπολη με 3.000 κατοίκους που ήταν ξακουστοί στα πέρατα της Ευρώπης για το ταλέντο τους στο εμπόριο και την αργυροχρυσοχοΐα. Και κατά κάποιον τρόπο εξακολουθούν να είναι, καθώς απόγονοι των «χρυσικών» Βούλγαρη και Νέσση είναι σήμερα παγκοσμίως γνωστοί ως «Bulgari» και «Nessi». Από το βόρειο άκρο του χωριού ξεκινάει άλλο ένα μονοπάτι που «βυθίζεται» στο φαράγγι του Χρούσια και «αναδύεται» ξανά στην απέναντι πλευρά φτάνοντας στο «δίδυμο» Συρράκο.Τα δύο χωριά, αν και σε ευθεία γραμμή, απέχουν - δεν απέχουν 1 χιλιόμετρο, ελέω Χρούσια χωρίζονται από περίπου 18 «δύσκολα» οδικά χιλιόμετρα. Μάλιστα κάποτε, μεταξύ 1881 και 1912, όταν ο ποταμός ήταν το σύνορο μεταξύ νέου ελληνικού κράτους και παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανήκαν σε διαφορετικά κράτη, με τους Καλαρρύτες «ελληνικούς» και το Συρράκο «τουρκικό». Παρ’ όλα αυτά οι «βίοι» τους είναι παράλληλοι. Εγκατάσταση Βλάχων ποιμένων - οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη - μαρασμός - αναβίωση μέσω του τουρισμού.Τα Τζουμέρκα αναμφισβήτητα αποτελούν έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Οι φυσικές ομορφιές και οι μαγευτικές εικόνες που κρύβονται εδώ περιμένουν να τις ανακαλύψουν. Ο τόπος είναι ευλογημένος και οι κάτοικοι του αντέχουν στο χρόνο και διατηρούν την αυθεντική ηπεριώτικη ταυτότητα.