Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Άμεσα μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ για την κτηνοτροφία

Γράφει ο Γιάννης Καραγιάννης

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κτηνοτροφίας σήμερα δεν είναι άλλο από το  υψηλό κόστος παραγωγής, αποτέλεσμα του κόστους συντήρησης του ζωϊκού κεφαλαίου,  των αυξήσεων στην ενέργεια και της υπερφορολόγησης. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό  κτηνοτροφικό προϊόν δέχεται μεγάλες πιέσεις από τις κυβερνητικές πολιτικές και τον  διεθνή ανταγωνισμό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το γάλα. Ήδη με τις κυβερνητικές  επιλογές το εισαγόμενο γάλα αρχίζει να κατέχει σημαντικό μερίδιο στην ελληνική αγορά,  χωρίς φυσικά να έχουν μειωθεί οι τιμές, ενώ το ίδιο ισχύει και με άλλα εισαγόμενα  κτηνοτροφικά προϊόντα. Η συμπίεση του οφέλους από την κτηνοτροφική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με  την υπερβολική φορολόγηση έχει οδηγήσει πάρα πολλούς κτηνοτρόφους, ακόμα και σε  έξοδο από το επάγγελμα. Το γεγονός αυτό με τη σειρά του έχει μειώσει τη κτηνοτροφική  παραγωγή και θέτει σε κίνδυνο τη διατροφική επάρκεια της χώρας, η οποία εισάγει σε  συντριπτικό πλέον ποσοστό βασικά είδη διατροφής από το εξωτερικό.  Εκτός όμως από τα οικονομικά προβλήματα, η ελληνική κτηνοτροφία έχει  να αντιμετωπίσει και σημαντικά ζητήματα οργάνωσης και στήριξης της παραγωγής.  Με τη κρίση, κατέρρευσαν οι όποιες δομές προστασίας της κτηνοτροφίας υπήρχαν.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δημόσια κτηνιατρεία που 

υποστελεχώνονται. Από την  άλλη, η γραφειοκρατία και η έλλειψη προγραμματισμού, συντηρούν επί χρόνια τα ίδια  προβλήματα με τις επιδοτήσεις της κτηνοτροφικής παραγωγής, με τα βοσκοτόπια και τις  κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Τα ζητήματα αυτά όμως κάθε χρόνο γίνονται και οξύτερα,  ενώ την ίδια στιγμή μειώνονται και οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, οι οποίες αποδίδονται όλο  και δυσκολότερα.  Βέβαια, σε περιοχές όπως η ΒΔ. Ελλάδα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και το πρόβλημα  της συρρίκνωσης της συνεταιριστικής προσπάθειας, με τα τραγικά λάθη που κατά καιρούς  έχουν γίνει στο κομμάτι αυτό. Η συνεταιριστική λογική θα μπορούσε να αποτελέσει μια  σημαντική απάντηση στα προβλήματα της κτηνοτροφίας και ένα μέσο στήριξης του μόχθου  του κτηνοτρόφου. Οι τάσεις που επικράτησαν στη κτηνοτροφική παραγωγή της χώρας  οδήγησαν στον έλεγχο της αγοράς από μεγάλα σχήματα επιχειρήσεων, χωρίς χώρο για το μικρό και μεσαίο κτηνοτρόφο. Εντούτοις η κτηνοτροφική παράδοση στην Ελλάδα, αλλά  και οι αντικειμενικές συνθήκες, ευνοούν μια κτηνοτροφία με μικρής και μεσαίας κλίμακας  επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας και ποιότητας. Τα  συνεταιριστικά σχήματα θα μπορούσαν να δώσουν μία προοπτική σε αυτή τη κατεύθυνση.  Σοβαρό πρόβλημα επίσης και η απουσία κάθε είδους μέριμνας για την προστασία  του ζωικού κεφαλαίου. Το τελευταίο διάστημα ανησυχούμε όλοι για τις διαστάσεις που  λαμβάνει η εξάπλωση του καταρροϊκού πυρετού. Άλλες περιοχές της χώρας, όπως είναι η  Βόρεια Ελλάδα έχουν πληγεί πάρα πολύ σοβαρά. Και στην περιοχή μας όμως το φαινόμενο  αρχίζει να παίρνει διαστάσεις και αυτό θα πρέπει να μας προβληματίσει. Προφανώς και  δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτά τα σημεία εάν είχαν ληφθεί όλα τα μέτρα πρόληψης. Επίσης,  η πολιτική των αποζημιώσεων του ζωικού κεφαλαίου είναι τόσο περιοριστική που δεν  περιλαμβάνει παρά ελάχιστες ουσιαστικά περιπτώσεις. Καμία πρόβλεψη τέλος για την  κάλυψη του κόστους του έκτακτου περιορισμού των ζώων εντός των εγκαταστάσεων και  της επιβάρυνσης που αφορά στις ζωοτροφές των κοπαδιών υπό περιορισμό. Η κυβέρνηση δε με τις μειώσεις η τις απορρίψεις της εξισωτικής αποζημίωσης  παρανομεί τη στιγμή που ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν πραγματοποίησε επιτόπιο έλεγχο της  επιλεξιμότητας, όπως ορίζει η σχετική εγκύκλιος εξισωτικής αποζημίωσης και ΟΣΔΕ.  Με δεδομένα λοιπόν όλα αυτά τα προβλήματα, το μεγάλο ερώτημα είναι τι  κάνουμε εμείς, πως μπορούμε να τονώσουμε την κτηνοτροφική παραγωγή και ποια μέτρα  μπορούν να ληφθούν άμεσα προς τη θετική κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, το οικονομικό  και αναπτυξιακό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ στοχεύει στην ανακούφιση των προβλημάτων  της αγροτικής παραγωγής, μέσω της άμεσης εφαρμογής μιας σειράς φορολογικών  ελαφρύνσεων που θα ωφελήσουν σημαντικά τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους της  χώρας. Ταυτόχρονα θέτει σε κίνηση έναν μεγάλο αναπτυξιακό σχεδιασμό για την επόμενη  μέρα της ελληνικής κτηνοτροφίας, ο οποίος αποτελεί και τον βασικό πυλώνα ενίσχυσης του  παραγόμενου κτηνοτροφικού προϊόντος.  Τα άμεσα φορολογικά μέτρα που θα ανακουφίσουν τους κτηνοτρόφους της χώρας  αφορούν καταρχήν στην κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και της φορολόγησης της αγροτικής γης,  των βοσκοτόπων και των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Σε αυτή την αδιανόητη ιδέα  της κυβέρνησης ο ΣΥΡΙΖΑ αντιστάθηκε από την πρώτη στιγμή, ενώ και στην παρουσίαση  του κυβερνητικού προγράμματος μας στη ΔΕΘ, επαναλάβαμε ότι ο ΕΝΦΙΑ θα καταργηθεί.  Δεύτερο σημαντικό ζήτημα αποτελεί η επαναφορά του αφορολογήτου ορίου στις 12.000 ευρώ, μέτρο που θα ευνοήσει σημαντικά το μικρό και μεσαίο κτηνοτρόφο που σήμερα  φορολογείται από το πρώτο ευρώ. Η ανακούφιση της φορολογικής πίεσης αποτελεί ένα  από τα κλειδιά για την ώθηση της παραγωγής στον αγροτικό και κτηνοτροφικό μας τομέα.  Τρίτο σημαντικό μέτρο είναι η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο και  τις τράπεζες, σε πολλές μικρές δόσεις που θα επιτρέπουν στα νοικοκυριά να ζήσουν και στις  επιχειρήσεις να δουλέψουν. Τα τρία αυτά άμεσα φορολογικά μέτρα θα ευνοήσουν από την  πρώτη ημέρα τον αγροτικό κόσμο, το βασικό πρόβλημα του οποίου είναι η υπερχρέωση  και η υπερφορολόγηση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επαναλάβουμε και τη θέση μας ότι  σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο δεν θα πρέπει να κατάσχονται οι  ευρωπαϊκές ενισχύσεις, όπως σχεδιάζει να εφαρμόσει η κυβέρνηση γιατί αυτό θα οδηγήσει  τις κτηνοτροφικές επιχειρήσεις σε αδυναμία διατήρησης της δραστηριότητάς τους. Αυτά σε  ότι αφορά τα άμεσα μέτρα.  Σε μεγαλύτερο χρονικό βάθος θα πρέπει όμως να προγραμματιστούν και μια σειρά  από ρυθμίσεις που θα απαντήσουν σε δομικά προβλήματα της κτηνοτροφίας. Η οριστική  ρύθμιση του πλαισίου αδειοδότησης των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων και η παράλληλη  χαρτογράφηση των βοσκήσιμων εκτάσεων θα συμβάλλουν σημαντικά στην επίλυση  πολλών ζητημάτων που αφορούν στις επιδοτήσεις, αλλά και στην τακτοποίηση χρόνιων  προβλημάτων ανάπτυξης της κτηνοτροφίας. Για να υλοποιηθούν αυτές οι διαδικασίες  χρειάζεται ενίσχυση των δημοσίων δομών και εξειδικευμένη δουλειά. Η σχέση του  κτηνοτρόφου με τη διοίκηση θα επίσης πρέπει να απλοποιηθεί, ώστε να μην εμποδίζει η  γραφειοκρατία την παραγωγική δραστηριότητα, κωλυσιεργώντας για παράδειγμα με την  καταβολή ενισχύσεων ή αποζημιώσεων.  Τέλος, θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα μοντέλο παραγωγής που θα μπορεί  να ανταπεξέλθει στην πίεση των συνθηκών της αγοράς. Ο κτηνοτρόφος και γενικότερα  το αγροτικό προϊόν πρέπει να πληρώνεται δίκαια, για να μπορούν οι άνθρωποι να ζουν  από τη δουλειά τους. Την ίδια στιγμή, οι συνθήκες της οικονομίας απαιτούν ακριβή  προγραμματισμό και προστασία της ποιότητας του κτηνοτροφικού προϊόντος. Η ενίσχυση  των εξαγωγικών δυνατοτήτων είναι απαραίτητο επίσης να αναζητηθεί. Το συνεταιριστικό  μοντέλο θα μπορούσε να τεθεί ως στόχος σε μία τέτοια προσπάθεια και να αποφέρει, αν  εφαρμοστεί σωστά, σημαντικά οφέλη και στην τοπική, αλλά και στην εθνική οικονομία. Για το ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, η αγροτική οικονομία αποτελεί δυναμικό παράγοντα τόνωσης  της παραγωγικής δραστηριότητας. Προφανώς και η κατάσταση δεν είναι εύκολη και δεν  υπάρχουν μαγικές λύσεις. Για το λόγο αυτό, ταυτόχρονα με τις τονωτικές παρεμβάσεις θα πρέπει να υπάρξει και ένας πιο μελετημένος και μακρόπνοος σχεδιασμός. Η επίλυση  των θεσμικών και διοικητικών προβλημάτων και η αναζήτηση σχημάτων λειτουργίας πιο  ευνοϊκών, για τις μικρές και μεσαίες κτηνοτροφικές επιχειρήσεις θα κρίνουν την επόμενη  μέρα της κτηνοτροφίας της χώρας. Ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη περιοχή μας η κτηνοτροφία  διατηρεί ακόμα σημαντικές προσβάσεις και στην ελληνική, αλλά και στην ευρωπαϊκή  αγορά καθώς και αρκετά εμπορικά ονόματα, που έχουν συνδεθεί με προϊόντα ποιότητας. Η  σημαντική αυτή παράδοση θα πρέπει να αξιοποιηθεί και να διευρυνθεί με όλα τα μέσα.