Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Δημοσιογραφία και δημοκρατία

Του Γιάννη Τζώρτζη

Η κρίση που διέρχεται η δημοσιογραφία σήμερα έχει ήδη ένα παρελθόν, όπου είναι ορατή τόσο η εξέλιξή της όσο και η διάγνωση των χαρακτηριστικών της. Αρκετοί θεωρούν την εμφάνιση του Διαδικτύου σαν τον καταλυτικό παράγοντα ενός βαθμιαίου εκτοπισμού τής δημοσιογραφίας από το συνολικό χώρο της δημοσιότητας, η κρίση της όμως έχει προκύψει ήδη πολύ ενωρίτερα.Τούτο συνιστά ασφαλώς έναν από τους κύριους λόγους, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται ωστόσο σε μια σειρά άλλων στοιχείων που συνθέτουν την κρίση που γνωρίζει η ίδια η ενημέρωση στην Ελλάδα ως και πανευρωπαϊκά. Η κρίση της δημοσιογραφίας είναι πρώτιστα κρίση της ενημέρωσης, γεγονός που υποβαθμίζει αισθητά την ίδια, το επίπεδο των πολιτικών σχέσεων και φυσικά την ποιότητα ζωής των πολιτών. Εν κατακλείδι, πρόκειται βεβαίως για ένα κρίσιμο ζήτημα δημοκρατίας, κάτι που όφειλαν να γνωρίζουν πρώτοι εκείνοι οι οποίοι ψήφισαν προχθές την εκτρωματική τροπολογία διαπλοκής συμφερόντων εις βάρος των λειτουργών τής ενημέρωσης και του Τύπου.Τα όσα ανατριχιαστικά συνέβησαν πρόσφατα στη Βουλή με την τροπολογία για τα μέσα ενημέρωσης δεν συνιστούν απλά


ακόμη ένα σκάνδαλο στο χώρο της δημοσιογραφίας. Θα ήταν μοιραίο λάθος για τους φορείς της ενημέρωσης, όπως και για τα εκλεγμένα μέλη της εθνικής αντιπροσωπείας, αν υποβαθμίσουν ένα ολέθριο για τους θεσμούς τής δημοσιότητας νομικό έκτρωμα σε σύνηθες σκάνδαλο της διαπλοκής συμφερόντων. Πρόκειται για μια ύπουλη κίνηση υπονόμευσης του θεσμικού πλαισίου, όπου διασταυρούνται οι σχέσεις πολιτικής και δημοσιότητας και σαν τέτοια υποβαθμίζει την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας στον τόπο μας. Αν δεν συνιστά τυχαίο γεγονός η κατάθεση της τροπολογίας τη Δευτέρα, 4η Αυγούστου, τότε η διαδικασία αυτή εντάσσεται στο πνεύμα μιας επετείου που οδήγησε τη δημοκρατία σε μια πολύχρονη εξορία.Επειδή τούτα όλα αφορούν πρώτιστα τους φορείς και τους λειτουργούς της ενημέρωσης, ασφαλώς όχι μόνο ως επαγγελματίες αλλά και ως ενεργούς πολίτες ταγμένους στον έλεγχο της εξουσίας, επιβάλλεται άμεσα πλέον να αξιολογηθούν νέες μορφές δράσης και να αναβαθμιστούν τα μέσα αντιπαράθεσης με εκείνους που παλαιότερα είχαν στηλιτευθεί σαν οι «νταβατζήδες» της μιντιοδιαπλοκής και των εργολαβιών. Μέσα στο λαβύρινθο της σημερινής ψηφιακής εποχής, όταν ο καθένας διεκδικεί μέσω Διαδικτύου την αποκλειστικότητα της δικής του «είδησης», η οποία ενίοτε αφορά όχι μόνο την ποιότητα αλλά και την ίδια τη ζωή κάποιων, πρέπει επί τέλους να επανεκτιμηθεί ο ρόλος του λειτουργού της ενημέρωσης και των μέσων που ο καθένας εργάζεται ή υπηρετεί. Στην αφετηρία ενός τέτοιου, κρίσιμου για την ώρα, προβληματισμού, οι πάντες οφείλουν να διαγνώσουν τις ολέθριες συνέπειες που επέφερε η στοχευμένη εξαφάνιση του χειρογράφου από τον «πάγκο» της ενημέρωσης. Πριν θεωρηθεί δε τούτο σαν προτροπή για χειρώνακτες εργάτες του Τύπου, πολυτιμότεροι ασφαλώς από τα βαποράκια των καναλιών, η ιδέα αποβλέπει στην καθιέρωση μιας βασικής αρχής, ότι το κείμενο (γραπτό ηλεκτρονικά ή άλλως πως) συνιστά εσαεί τον πυρήνα στη λειτουργία της ενημέρωσης. Διότι αυτό αποτελεί το εξαγόμενο αναζήτησης, σκέψης και προβληματισμού και όχι προϊόν αντιγραφής ή υπαγόρευσης.Μέσα σε τούτο το πλαίσιο επαναθεώρησης της κατάστασης στο χώρο της ενημέρωσης οφείλουμε να προτάξουμε εκείνο που ο Μάικλ Γκαέντα, πρώην διευθυντής της αυστραλιανής εφημερίδας «The Age», είχε πει σε διάλεξή του για το μέλλον της έντυπης δημοσιογραφίας: «Το ρόλο της εφημερίδας δεν μπορεί να τον υποκαταστήσει ούτε η τηλεόραση ούτε το ραδιόφωνο ούτε το Διαδίκτυο [...] Οι σημερινές πολυσέλιδες εκδόσεις είναι φτωχές δημοσιογραφικά, καθώς οι δημοσιογράφοι σήμερα κάνουν ρεπορτάζ μέσω του Google και δίνουν έμφαση σε θέματα lifestyle, εγκαταλείποντας τις αποκαλύψεις».Ηπαρακμιακή εξέλιξη του Τύπου στην Ελλάδα φέρει το λογότυπο «ταμπλόιντ», ένα «στιλ» εικονογραφημένης (παρα)πληροφόρησης αγοραστών φύλλων, το οποίο αποσκοπούσε στον ανταγωνισμό με τα μέσα τηλοψίας και στη χειραγώγηση των αναγνωστών. Οι οποίοι όμως, ως σκεπτόμενοι άνθρωποι, τράπηκαν τελικά σε φυγή αναζητώντας αλλού τη χαμένη τους ενημέρωση. Αυτοί συνεχίζουν σ' ένα σημαντικό βαθμό να υπάρχουν και χρειάζεται απλά μια θαρραλέα και τίμια προσπάθεια, συνδυασμένη με μια συνεπή στρατηγική, ώστε να «πάρουν τα πάνω τους» οι ταλαίπωρες εφημερίδες του τόπου μας. Μόνο με μια «έντυπη αντεπίθεση» ενημέρωσης είναι δυνατή η ανακατάληψη χαμένου εδάφους, ώστε η δημοσιογραφία να καταστεί «τέταρτη» εξουσία, δύναμη ελέγχου της πραγματικής εξουσίας και των περί αυτήν λογής «νταβατζήδων».Το κρίσιμο αυτό μήνυμα είναι ήδη καιρός να λάβουν οι πολιτικοί υπηρέτες του εναπομείναντος δημοσίου (μη ιδιωτικοποιημένου) συμφέροντος, πριν και οι ίδιοι καταστούν «προϊόντα» που αναδεικνύει η μιντιακή διαπλοκή. Σχετικά φαινόμενα καταγράφηκαν ήδη στις ευρωεκλογές του Μαΐου κυρίως στο χώρο των συγκυβερνώντων κομμάτων. Οι τέσσερις ανεκδιήγητοι υπουργοί που συνυπέβαλαν τεταρτοαυγουστιάτικα την 22σέλιδη αντιδημοσιογραφική τροπολογία της μιντιακής διαπλοκής θα πρέπει να κατανοήσουν, εκ των υστέρων έστω, ότι με την υπογραφή τους υπονομεύουν την ίδια τη δημοκρατία σε μια χώρα στερούμενη ήδη την εθνική της κυριαρχία. Κάποιοι διερωτώνται μάλιστα, επειδή η τροπολογία πέρασε μέσα από νομοσχέδιο για το αντικαρκινικό ίδρυμα «Αγιοι Ανάργυροι», μήπως οι υπουργοί επηρεάστηκαν έχοντας λάβει διάγνωση για κάποια ανίατη ασθένεια που πλήττει την ενημέρωση σήμερα εν Ελλάδι (και αλλαχού).Οι περιστάσεις όμως δεν επιτρέπουν ούτε κατ' ελάχιστο ανεκδοτολογίες, διότι αυτό που ψηφίστηκε από το μισό του 1/3 της Βουλής συνιστά νομικό εκτροχιασμό που μεταβάλλει βίαια το τοπίο των ΜΜΕ και δυσχεραίνει τη θέση και τη ζωή των δημοσιογράφων. Η εκτρωματική αυτή τροπολογία διακινήθηκε νύκτωρ χωρίς να γίνει ούτε το στοιχειώδες: μία διαβούλευση, αλλά ούτε καν συζήτηση σε μια επιτροπή.Αυτό θα καταδιώκει μόνιμα εκείνους που κατέστησαν εαυτούς και αλλήλους σε άβουλα όργανα διεκπεραίωσης μιντιακών συμφερόντων και εργολαβιών.

* Δημοσιογράφος, πολιτικός επιστήμων
tzortzis.jan@gmail.com