Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Τα «μηνύματα» που δείχνουν επιστροφή στην ελπίδα, αισιοδοξία για το μέλλον

Άρθρο του Παναγιώτη Σκούτα*

Η ανάκτηση του χαμένου -μεταξύ του 2009 και του 2014- ποσοστού του ΑΕΠ είναι το Α και το Ω για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Για τους πολίτες η ανάκτηση αυτή είναι σημαντικότερη και από τη συμφωνία για το χρέος, γιατί η αύξηση του ΑΕΠ σημαίνει άμεση μείωση της ανεργίας και σταδιακή άνοδο των μισθών.Γι αυτό το λόγο, οι συνδυασμένες εκτιμήσεις όλων των διεθνών και εγχώριων παραγόντων ότι η αύξηση του ΑΕΠ, δηλαδή η...
επιστροφή στην ανάπτυξη, ξεκινάει από φέτος είναι η θετικότερη είδηση για τη χώρα όλη την τελευταία δεκαετία.

Θετικές προγνώσεις και βελτίωση δεικτών
Παρά την καθυστέρηση που προκάλεσαν οι διαφωνίες ΔΝΤ-Σόιμπλε στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πραγματική ανάκαμψη στην οικονομία πάνω από 2,1% για το 2017. Η οποία θα επιταχυνθεί σε 2,5% το 2018. Ενώ το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, που αντανακλά τις εκτιμήσεις των «θεσμών» συνολικά, προβλέπει αντίστοιχους ρυθμούς ανάπτυξης τουλάχιστον μέχρι το 2021. Με συνολική πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2017-2021 πάνω από 11%, δηλαδή σχεδόν το μισό της συνολικής ύφεσης της περιόδου 2009-2014. Το οποίο σημαίνει μια μείωση της ανεργίας κοντά στο 16% μέχρι το 2021, από το 26% που είχε φτάσει στην κορύφωση της κρίσης και ενώ ήδη το 2017 η ανεργία κινείται πτωτικά από το 23% προς το 21%.Το ότι η ανάπτυξη και η απασχόληση θα αποκαθίστανται με πιο αργούς ρυθμούς από ότι χάθηκαν στο παρελθόν, είναι δυστυχώς κανόνας στην πολιτική οικονομία. Αυτή ακριβώς είναι η αιτία που οι υφεσιακές πολιτικές τα προηγούμενα χρόνια και κυρίως το 2011-2013 ήταν τόσο καταστροφικές για τη χώρα και δίκαια προκάλεσαν τη λαϊκή οργή και την ανατροπή του παλαιού πολιτικού συστήματος.
Πέραν των προβλέψεων των ειδικών, δείγματα της ανάπτυξης που ξεκινά δίνουν πια όλοι οι οικονομικοί δείκτες. Η μείωση της ανεργίας από τις αρχές του 2017, που σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ είναι η μεγαλύτερη την τελευταία δεκαετία. Και μάλιστα τον μήνα Απρίλιο οι νέες προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα επιταχύνθηκαν ακόμη περισσότερο και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια οι περισσότερες προσλήψεις αφορούν σταθερές θέσεις πλήρους απασχόλησης και όχι περιστασιακές και part time εργασίες.
Η βιομηχανική παραγωγή σημειώνει άνοδο κατά 8,7%. Οι τιμές καταναλωτή σημειώνουν μια μικρή άνοδο (1,6%), κάτι που επίσης αποτελεί καλό νέο γιατί ο αποπληθωρισμός, η συνεχής πτώση των τιμών, φέρνει την οικονομική στασιμότητα και την έλλειψη επενδύσεων.
Οι ιδιωτικές επενδύσεις, όμως, είναι το κλειδί για την επιστροφή στην ανάπτυξη. Και οι προβλέψεις εδώ είναι ιδιαίτερα θετικές, μιλούν για αύξηση επενδύσεων κατά 5,9% το 2017, περί του 10,8% το 2018, κατά 12,1% το 2019, κατά 9,6% το 2020 και 7,7% το 2021.

Πως θα πέσει νέο χρήμα στην πραγματική οικονομία
Για να επιταχυνθούν ακόμη περισσότερο οι επενδύσεις χρειάζεται βελτίωση των όρων τραπεζικού δανεισμού των επιχειρήσεων. Χωρίς κεφάλαια, είτε για νέα πάγια είτε για κίνηση, καμιά επιχείρηση δεν αναπτύσσεται. Η αύξηση των τραπεζικών χορηγήσεων και η μείωση των επιτοκίων δανεισμού προϋποθέτει οι ελληνικές τράπεζες να βρουν φτηνότερο χρήμα, που θα επιτευχθεί με την συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα QE. Η Wall Street Journal αναφέρει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να αρχίσει τις αγορές ελληνικών ομολόγων από τον Ιούλιο, εφόσον κρίνει ότι υπάρχουν τα κατάλληλα μεσοπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους. Ο κ. Κερέ, μέλος του ΔΣ του ΕΚΤ, επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ζήτημα μηνών μετά από μια συμφωνία για εξειδίκευση των μέτρων βιωσιμότητας του χρέους σε πολιτικό επίπεδο.
Η πολιτική συμφωνία για τα μέτρα βιωσιμότητας του χρέους δεν θα φέρει μόνον την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE, αλλά θα επιτρέψει και την έκδοση νέων ελληνικών ομολόγων στις αγορές με συμφέροντες όρους επιτοκίου. Ήδη το spread των ελληνικών ομολόγων έχει μειωθεί στα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της κρίσης, δείχνοντας περίπου σε τι επίπεδο η χώρα θα μπορέσει να δανειστεί εκ νέου από τις αγορές.
Όλα είναι μια αλυσίδα. Μια αλυσίδα που έσπασε για την Ελλάδα το 2009-2010 και με κόπο και προσπάθεια ανασυγκολλήθηκε τα τελευταία χρόνια. Πέραν των στενά οικονομικών δεικτών, η αλυσίδα έχει δυο κρίσιμους ψυχολογικούς κρίκους. Την αξιοπιστία της χώρας και το κλίμα εμπιστοσύνης στην οικονομία της. Οι ενδείξεις ανάκαμψης που αναφέραμε ήδη σε όλους τους τομείς, στηρίζονται πρώτα απ όλα σ’ αυτά. Στο ότι και οι ξένοι δανειστές και οι αγορές και οι έλληνες επιχειρηματίες και ο κάθε πολίτης αισθάνονται ξανά ότι η χώρα κινείται με σταθερότητα, μπορεί να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της και έχει θετικές οικονομικές προοπτικές.
Να ξεφύγουμε από τα λάθη του παρελθόντος
Όμως, δεν μας αρκεί η απλή επιστροφή στην πριν την κρίση κατάσταση, δεν θα δεχθούμε την επανάληψη των σφαλμάτων του παρελθόντος. Για πολλά χρόνια πριν την εκδήλωση της κρίσης η Ελλάδα εμφάνιζε σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που όμως δεν δημιούργησαν μια σταθερή και αυτοσυντηρούμενη παραγωγική βάση. Η προστιθέμενη αξία στην χώρα έπεφτε συνεχώς, ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας απουσίαζε, όπως και οι επενδύσεις στην καινοτομία και την ενσωμάτωση νέας τεχνολογίας στην παραγωγή.
Οι επιλογές που οδήγησαν στα αδιέξοδα ήταν πολιτικές. Το παλιό πολιτικό σύστημα ήταν τόσο προσδεδεμένο σε συγκεκριμένα συμφέροντα που θυσίασε για τη δική τους επιτυχία, με δανεικά και αγύριστα από τις τράπεζες και με «φούσκες» όπως η χρηματιστηριακή και η οικοδομική, τις αληθινές αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Πριν 15 χρόνια «λεφτά υπήρχαν» στ’ αλήθεια. Σπαταλήθηκαν για τη συντήρηση των ευκαιριακών κερδών από τις οικονομικές «φούσκες», όπως οι ίδιες σπατάλες έγιναν σε μεγάλα κρατικά προγράμματα, από τα έργα της εποχής των Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι τα εξοπλιστικά. Ενώ επίσης δεν υπήρξε η πρέπουσα αναπτυξιακή αξιοποίηση των μεγάλων πόρων που έφεραν στο παρελθόν στη χώρα τα Ευρωπαϊκά προγράμματα.
Για τον κάθε Έλληνα πολίτη, αυτό το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης του παρελθόντος σήμαινε ότι τα οφέλη της ανάπτυξης μοιράζοντας ανάμεσα σε λίγους, χωρίς να δυναμώνει ή μικρή και μεσαία επιχείρηση, χωρίς να διασφαλίζεται το μέλλον του μισθωτού και του συνταξιούχου.

Η δική μας δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη
Μέσα στο θετικό κλίμα που διαμορφώνεται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό για την ελληνική οικονομία, η κυβέρνηση με επιταχυνόμενους ρυθμούς υλοποιεί τον αναπτυξιακό της σχεδιασμό. Ώστε η αντικειμενική δυναμική που αναπτύσσεται να στηριχτεί με κάθε διαθέσιμο εργαλείο.
Με το ΕΣΠΑ που παρουσιάζει σημαντικούς ρυθμούς απορρόφησης.
Με την δημιουργία υποδομών, από οδικούς άξονες μέχρι ευρυζωνικά δίκτυα.
Με το Εθνικό Αναπτυξιακό Σχέδιο που εξειδικεύεται ανά Περιφέρεια και ανά κλάδο, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περίπτωσης.
Με ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό, όπως αυτό που εκδηλώθηκε από Κινέζους επενδυτές κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στο Πεκίνο. Δείγμα του ενδιαφέροντος είναι η απόφαση της κινεζικής ΖΤΕ για επένδυση 500 εκατομμυρίων Ευρώ στις τηλεπικοινωνίες σε συνεργασία με την Forthnet, για την ανάπτυξη δικτύων υπερυψηλών ταχυτήτων στο διαδίκτυο. Επένδυση που όπως τόνισε ο Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, Νίκος Παπάς, δείχνει ότι η παγκόσμια επενδυτική κοινότητα εμπιστεύεται την Ελλάδα ως χώρα επενδύσεων και ως χώρα η οποία διαρκώς αυξάνει το οικονομικό και το γεωπολιτικό της εκτόπισμα.
Ενώ δεδομένο είναι το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον στον τομέα της ενέργειας, όπου, όπως ανακοινώθηκε από την ΔΕΠΑ, το 2020 προβλέπεται να είναι έτοιμος ο ελληνοβουλγαρικός διασυνδετήριος αγωγός φυσικού αερίου (IGB).
Το επόμενο στοίχημα για τη χώρα, σε συνέχεια της επιστροφής στην ανάπτυξη, είναι η διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της και του κοινωνικά δίκαιου χαρακτήρα της. Ανάπτυξη, λοιπόν, με άλλο παραγωγικό μοντέλο, που θα ενσωματώνει τη σύγχρονη τεχνολογία, τα δίκτυα επικοινωνίας, επενδύσεις με δίκαιη κατανομή πόρων στην περιφέρεια, που θα λαμβάνει υπόψη τις τοπικές ιδιαιτερότητες, με προσανατολισμό στην μεγαλύτερη προστιθέμενη υπεραξία με νέες θέσεις εργασίας. Και με συμμετοχή όλων των Ελλήνων στο αναπτυξιακό μέρισμα, μέσω της αύξησης της απασχόλησης και των μισθών, της ανασυγκρότησης ου κοινωνικού κράτους.
Θεμελιώνουμε ένα συνολικά νέο, σύγχρονο και ανταγωνιστικό μοντέλο ανάπτυξης, με συμβολικό ορόσημο την Ελλάδα του 2021. Αυτή η προοπτική, αυτό το σχέδιο και όραμα για τη χώρα είναι το κρίσιμο διακύβευμα και η μεγάλη επιλογή για τον ελληνικό λαό τα χρόνια που έρχονται, χρόνια με περισσότερη ελπίδα και αισιοδοξία.

*Ο Παναγιώτης Σκούτας είναι Διευθυντής του Γραφείου του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης.