Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

ΕΙΣΗΓΗΣΗ Β. ΓΙΟΓΙΑΚΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΕΓΓΥΗΜΕΝΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ

Ο Βασίλης Γιόγιακας ήταν ο Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας στη συζήτηση πρότασης νόμου που κατέθεσε η Δημοκρατική Συμπαράταξη με θέμα "Εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα - ενίσχυση κοινωνικής προστασίας και ένταξης":

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω σημειώνοντας ότι η καθυστέρηση με την οποία συζητείται η πρόταση νόμου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, περίπου δεκαέξι μήνες μετά την κατάθεσή της, αδικεί ως έναν βαθμό αυτή την...
πρωτοβουλία. Θα ήταν πιο χρήσιμο η πρόταση αυτή να συζητηθεί και να ληφθεί υπόψη πριν η Κυβέρνηση νομοθετήσει το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης.

Συζητάμε σήμερα τη διαχείριση της φτώχειας της ελληνικής κοινωνίας. Βλέπουμε συνανθρώπους μας, συμπολίτες μας, να υποφέρουν. Βλέπουμε τον ψυχισμό τους να έχει διαταραχθεί. Βλέπουμε τους ανθρώπους της διπλανής μας πόρτας να υποφέρουν.

Παρ’ όλα αυτά, θεωρούμε ότι ακόμη κι έτσι δίνεται η ευκαιρία να επαναλάβουμε και να συμφωνήσουμε σε δύο πράγματα.

Το ένα είναι ότι χρειάζεται να ενισχυθούν οι παρεμβάσεις για να στηριχθούν οι αδύναμες ομάδες των συμπολιτών μας πολύ περισσότερο μετά την οικονομική ύφεση των δύο τελευταίων χρόνων και τα όσα έχουν προβλεφθεί για την επόμενη τριετία.

Θυμίζω ότι το κλείσιμο της πρώτης και της δεύτερης αξιολόγησης έφερε μέτρα περίπου 9,2 δισεκατομμυρίων ευρώ σε νέους φόρους και περικοπές, μέτρα που πλήττουν μεταξύ άλλων τους χαμηλόμισθους, τους συνταξιούχους και όλους εκείνους που ήδη βρίσκονται στο περιθώριο ή διατρέχουν τον κίνδυνο της φτώχειας.

Ήδη στον Προϋπολογισμό του 2017 οι δαπάνες για συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα μειώθηκαν κατά 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Μόνο οι συνταξιοδοτικές δαπάνες είναι λιγότερες κατά 700 εκατομμύρια, ενώ το ΕΚΑΣ κόπηκε κατά 600 εκατομμύρια ευρώ.

Συνολικά 4,3 δισεκατομμύρια ευρώ θα αφαιρεθούν το 2017 από τις τσέπες των πολιτών με αντιστάθμισμα μόλις 870 εκατομμύρια ευρώ, 570 εκατομμύρια ευρώ για το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης και 300 εκατομμύρια ευρώ για κοινωνικές δομές.

Επομένως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η στήριξη των ασθενέστερων, παρά την όποια προσπάθεια, έχει περιορισμένα αποτελέσματα, όταν υπάρχει περιβάλλον ύφεσης, υπερφορολόγησης και χωρίς αποεπενδύσεις.

Το δεύτερο σημείο, στο οποίο συμφωνήσαμε, είναι ότι οι διάφορες πολιτικές δεν μπορούν να καλύψουν στο βαθμό που πρέπει τους συνανθρώπους μας σε κίνδυνο φτώχειας. Διαφορετικές παροχές σε διαφορετικές κατηγορίες πληθυσμού, περιορισμένη αποκέντρωση, αδυναμία στόχευσης στην κάθε περίπτωση ξεχωριστά είναι μερικά από τα προβλήματα, με αποτέλεσμα τα φτωχά άτομα και νοικοκυριά να παίρνουν λιγότερα από όσα χρειάζονται για να έχουν μια ελάχιστα αξιοπρεπή διαβίωση.

Ερχόμενος στην πρόταση νόμου, από τη συζήτηση στην Επιτροπή προέκυψε ως ζητούμενο να αξιολογηθεί η εφαρμογή του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης, που θυμίζουμε και πάλι ότι νομοθετήθηκε ως ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα από την Κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου και είχε καταψηφιστεί από την τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ. Και όχι μόνο καταψηφίστηκε, φωνάζατε, κυρία Υπουργέ, ότι δεν είναι σωστό και φτωχοποιείται η χώρα μας.

Είχε εφαρμοστεί τότε πιλοτικά σε δεκατρείς δήμους με κοινωνικοοικονομικά κριτήρια τον Οκτώβρη του 2012 και στη συνέχεια έγινε η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων. Το επίδομα αυτό έχει, σύμφωνα με το σχεδιασμό, τρεις πυλώνες.

Ο πρώτος είναι η οικονομική ενίσχυση με κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια. Ο δεύτερος είναι να αποκτήσουν πρόσβαση οι δικαιούχοι σε υπηρεσίες και αγαθά πρώτης ανάγκης, ενώ στον τρίτο πυλώνα επιχειρείται η ένταξη ή  επανένταξη στην αγορά εργασίας μέσα από προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης.

Σήμερα δεν είμαστε σε θέση να πούμε κατά πόσο λειτουργεί ο δεύτερος και ο τρίτος πυλώνας. Η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος δεν είναι ενδεικτική. Επιλέχθηκαν τριάντα δήμοι της χώρας, όπου οι κάτοικοι είχαν υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες εισοδήματος και ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Η επέκταση του προγράμματος σε όλη την Ελλάδα τρέχει μόλις από τον περασμένο Μάρτιο, όταν έγινε η πρώτη πληρωμή των δικαιούχων για όσους υπέβαλαν αίτηση και πήραν έγκριση τον προηγούμενο Φλεβάρη. Είναι σαφές ότι πρέπει να έχουμε συγκεντρωτικά στοιχεία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ίσως μετά τους έξι μήνες, για να μπορούμε να έχουμε μια έγκυρη εικόνα. Αυτά με αφορμή το άρθρο 1 της πρότασης νόμου.

Όσον αφορά το άρθρο 2, σχετικά με το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας για τους Απόρους, όπως γνωρίζετε τρέχει μέσω πενήντα επτά κοινωνικών συμπράξεων σε ολόκληρη τη χώρα ένα συγχρηματοδούμενο πρόγραμμα διανομής τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης. Το είπαν και άλλοι συνάδελφοι της Αντιπολίτευσης στις Επιτροπές. Είναι ένα πρόγραμμα πολύ χρήσιμο για να ανακουφιστούν οι φτωχότεροι και να αντιμετωπιστεί η επισιτιστική ανασφάλεια. Για τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να χαθεί ούτε ένα ευρώ από τα 330 εκατομμύρια ευρώ, που έχουν διασφαλιστεί μέχρι το 2020. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει, κυρία Υπουργέ, να ξαναδείτε τον σχεδιασμό και τις διαδικασίες του προγράμματος.

Στο άρθρο 4 συμφωνούμε με την επαναφορά του ακατάσχετου λογαριασμού στα 1.500 ευρώ, όπως συμφωνούμε ότι όλα τα αναπηρικά, προνοιακά και κοινωνικά επιδόματα, που παίρνουν συμπολίτες μας, πρέπει να προστατεύονται από κατασχέσεις.

Στην Επιτροπή έγινε αρκετή συζήτηση με αφορμή το άρθρο 5 για τα ΚΕΠ, σχετικά με το δίκτυο, που θα εξυπηρετεί τους πολίτες και θα υποστηρίζει τις δράσεις κοινωνικής προστασίας.

Έχει ήδη προβλεφθεί να λειτουργήσουν σε τοπικό επίπεδο διακόσια πενήντα τέσσερα κέντρα κοινότητας. Κατανοούμε τις διάφορες δυσκολίες, αλλά ο αριθμός των κέντρων κοινότητας που λειτουργούν, σύμφωνα με τα όσα μας είπε η κυρία Υπουργός στην Επιτροπή, δεν είναι ικανοποιητικός. Νομίζουμε ότι προτεραιότητα αυτή τη στιγμή είναι να προχωρήσει με πιο γοργούς ρυθμούς η λειτουργία των κέντρων και ασφαλώς να διασυνδεθούν πλήρως με τα κοινωνικά προγράμματα και τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων.

Ως προς το άρθρο 6, συμφωνούμε ότι η αποσύνδεση των κέντρων εκπαίδευσης, κοινωνικής υποστήριξης και κατάρτισης ανθρώπων με αναπηρία από τα νοσοκομεία είναι στη σωστή κατεύθυνση. Ο Υπουργός Υγείας δήλωσε στην Επιτροπή ότι επιδιώκει ένα εθνικό σχέδιο ενίσχυσης της αποκατάστασης στο δημόσιο σύστημα υγείας. Τα ΚΕΚΥΚ ΑμεΑ θα αποσυνδεθούν από τα νοσοκομεία και θα αποτελέσουν αποκεντρωμένες δομές των ΥΠΕ στελεχωμένες με γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας.

Η διαφωνία μας βρίσκεται σε δυο σημεία. Η πρώτη διαφωνία μας είναι ότι το δίκτυο αποκατάστασης πρέπει να είναι ενιαίο σε όλη τη χώρα, για να μπορεί να υπάρξει πράγματι εθνικός σχεδιασμός και ολοκληρωμένη εικόνα των προβλημάτων και των αναγκών.

Η δεύτερη διαφωνία μας είναι ότι σ’ αυτό το δίκτυο πρέπει να συμπεριληφθούν και άλλοι φορείς, κερδοσκοπικού και μη χαρακτήρα, που να έχουν αντικείμενο τη στήριξη των ατόμων με αναπηρία, από τα πιστοποιημένα ιδιωτικά κέντρα αποκατάστασης μέχρι τους κατά τόπους συλλόγους ΑμεΑ και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Ελπίζουμε το Υπουργείο Υγείας να συστήσει άμεσα την ομάδα των ειδικών και να έχουμε το συντομότερο δυνατό την πρότασή του για τις δομές αποκατάστασης. Τα προβλήματα αυτών των ανθρώπων και των οικογενειών τους είναι πολλά και δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όλα όσα αναφέραμε με αφορμή τη σημερινή συζήτηση είναι μέρος των προτεραιοτήτων που έχει θέσει η οικονομική και κοινωνική επιτροπή, ώστε να δυναμώσει η προστασία και η ένταξη των ευάλωτων συμπολιτών μας.
Χρειαζόμαστε έναν χάρτη ποιότητας κοινωνικών υπηρεσιών, ένα εθνικό σύστημα για την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, όπου θα έχουν ρόλο και ο ιδιωτικός τομέας και οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών.

Πιστεύουμε ότι οι περιφέρειες και οι δήμοι πρέπει να έχουν περισσότερες αρμοδιότητες και πόρους, για να εφαρμόσουν τοπικές και στοχευμένες πολιτικές, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Και όπως είπαμε νωρίτερα, όσον αφορά το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας για τους άπορους πρέπει να εξαντληθούν οι δυνατότητες αξιοποίησης όλων των πηγών του ΕΣΠΑ.

Πολύ περισσότερο, όμως, πιστεύουμε σε πολιτικές που θα αυξήσουν το εθνικό εισόδημα, θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα στηρίξουν την επιχειρηματική πρωτοβουλία, διότι μόνο έτσι θα αντιστρέψουμε την αύξηση της φτώχειας, αλλά και θα μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε ένα ισχυρό δίκτυ κοινωνικής προστασίας, που θα στηρίζει με επάρκεια αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη.