Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Γιατί ψηφίζει ο πολίτης αριστερά

Του Νίκου Κοτζιά
Η αριστερά, και ιδιαίτερα ο Σύριζα, δέχεται μια ισχυρότατη επίθεση που αποσκοπεί στο να αποτραπεί η υπερψήφισή του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αριστερά έχει σειρά αδυναμιών, κενών, αντιφάσεων που την εμποδίζουν να προσελκύσει ακόμα περισσότερο κόσμο. Τίθεται όμως, ένα πραγματικό ερώτημα που οφείλει ο καθένας να το απαντήσει: γιατί παρά τις πραγματικές αδυναμίες της αριστεράς, και ιδιαίτερα του Σύριζα, το εκλογικό σώμα τείνει να τον προτιμήσει και να το καταστήσει πρώτη ή δεύτερη δύναμη; Γιατί σκέφτεται ακόμα και να δώσει στην αριστερά κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα μέσα από ορισμένα πολιτικά παραδείγματα.Πρώτον, ορθώς -κατά τη γνώμη μου- λέγεται ότι ο Σύριζα δεν έχει το κάλλιστο προεκλογικό πρόγραμμα. Παρόλα αυτά αυξάνει συνεχώς την εκλογική του δύναμη. Ο λόγος είναι ότι ο Σύριζα παρά τις αδυναμίες και τα κενά του, εννοεί όσα λέει και η στόχευσή του ξεκινά από ότι εκείνος θεωρεί ως ανάγκες του λαού. Αυτό είναι στα υπέρ του, ακόμα και αν δεν συμφωνεί κανείς με πολλές προγραμματικές του θέσεις. Ο λαός γνωρίζει ότι τα τάχα καλύτερα επεξεργασθέντα προγράμματα των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, δεν έχουν ως αφετηρία τις άμεσες ανάγκες των πολιτών. Επιπλέον γνωρίζει ότι τα φιλολαϊκά στοιχεία που διεκήρυτταν τα προγράμματά τους ήταν για το θεαθήναι και όχι προς εφαρμογή. Είναι, λοιπόν, λογικό, να εξάγει το εκλογικό σώμα το συμπέρασμα ότι το κύριο δεν είναι η «επάρκεια» των προγραμμάτων, που είναι αναγκαίο να υπάρχει, αλλά τα κριτήρια διαμόρφωσής και η θέληση υλοποίησης τους.Δεύτερον, η αριστερά δεν έχει μόνο ένα μέτριο πρόγραμμα, αλλά αυτό δεν επεκτείνεται σε όλους τους αναγκαίους τομείς. Τα δε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής είναι η αχίλλειος φτέρνα της. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ενώ οι προγραμματικές αδυναμίες και κενά της αριστεράς έχουν μια πιθανότητα να καλυφθούν μέσα στο χρόνο, πιθανόν και όχι, το «πρόγραμμα» της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι τα μνημόνια της τρόικας και της διαπλοκής. Από αυτή τη σκοπιά το πιο αδύναμο πατριωτικό, κοινωνικά δίκαιο και δημοκρατικό πρόγραμμα είναι χιλιάδες φορές καλύτερο από ένα καλά επεξεργασμένο θανατηφόρο πρόγραμμα σε βάρος της πατρίδας και της πλειοψηφίας του λαού της.Η αριστερά κατηγορείται, επίσης, τρίτον, ότι μιλά με πολλές διαφορετικές φωνές ταυτόχρονα. Ότι δεν έχει, δηλαδή, συνεκτικότητα στο λόγο της. Γεγονός που αντικειμενικά είναι ένα μεγάλο μειονέκτημα. Όμως, από την άλλη, η κοινωνία γνώρισε τα τελευταία χρόνια την «συνεπή» διφωνία των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Άλλα να λένε προεκλογικά και άλλα μετεκλογικά. Άλλα να υπόσχονται και άλλα να πράττουν. Άλλα να λένε όσο κέρδιζαν στις εκλογές και άλλα μετά την ήττα τους τον Μάιο, όταν ο ίδιος ο λαός έβαλε τον εαυτό του στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Είναι λογικό σε αυτά τα πλαίσια, να προτιμά, έστω και χωρίς ευχαρίστηση, ο λαός την πολυφωνία στην αναζήτηση τρόπου διασφάλισης της σωτηρίας της χώρας παρά τη διγλωσσία που την κατέστρεψε.Τέταρτον, δεν είναι λιγότερη η κριτική στην αριστερά για το γεγονός ότι δεν διαθέτει επάρκεια στελεχών και πολύ λιγότερο στελεχών με εμπειρίες. Πράγματι, αρκεί κανείς να παρακολουθήσει μερικά στελέχη του Σύριζα στην τηλεόραση και να αποκτήσει πρόβλημα. Σίγουρα τέτοια άπειρα στελέχη καλό είναι να μείνουν μακριά από τυχόν μελλοντικές κυβερνητικές ευθύνες. Από την άλλη, όμως, ακόμα και το πιο άπειρο στέλεχος που παλεύει να προασπίσει τα δικαιώματα της πατρίδας και των εργαζομένων, είναι προτιμητέο από εκείνα που συνειδητά παραδίδουν τον τόπο σε αλλότρια συμφέροντα και εξυπηρετούν άνομα συμφέροντα.

Ελλάδα: Μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων ή Πώς «το παρόν τείνει να καταβροχθίσει τόσο το παρελθόν, όσο και το μέλλον» (Frank Ankersmit)

Γράφει ο Χρήστος Κατσούρας*
Το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκλογών έδειξε με ξεκάθαρο τρόπο ότι ο λαός ζητά επιτακτικά μία προσπάθεια επαναπροσδιορισμού συσχετισμών και πολιτικής, επιμένοντας στο παρών και την ευρωπαϊκή προοπτική της Χώρας, την οποία η πλειονότητα των κομμάτων δεν τόλμησε να αμφισβητήσει. Καταδίκασε τις πολιτικές πρακτικές των δύο κυβερνητικών κομμάτων της μεταπολίτευσης κρίνοντας ότι δεν μπορούν να μας βγάλουν από τη κρίση αυτοί που την δημιούργησαν, απαίτησε διαφορετική οικονομική πολιτική, αφού το σχέδιο που εφαρμόστηκε ήταν τουλάχιστον ανεπαρκές και έδωσε εντολή συναίνεσης λόγω της κατανόησης της κρισιμότητας της κατάστασης. Πραγματικά σύμπλοκο μήνυμα.Και ενώ όλοι μιλούσανε για συνεργασία, αυτό ερχόταν σε σύγκρουση με τα πολιτικά στεγανά μας. Άλλωστε μόλις δύο χρόνια πριν το πολιτικό σκηνικό έμοιαζε με το πολιτικό σκηνικό των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης.Η μη πρόβλεψη των συνθηκών που αντιμετωπίζουμε τώρα, οικονομικών και πολιτικών, και της πραγματικότητας, αποτελεί σοβαρή πολιτική ανεπάρκεια. Η εμμονή μας όμως στην άρνηση να επανεξετάσουμε τις προβλέψεις μας για το εγγύς και το απώτερο μέλλον ίσως αποτελέσει το μεγαλύτερο πολιτικό μας έγκλημα.Υπάρχουν στη Χώρα οι δυνάμεις και οι άνθρωποι που έχουν την γνώση την ιστορική, την πολιτική και την τεχνοκρατική για να αντιμετωπίσουν τα εκρηκτικά προβλήματα που αναδύθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια. Μόνο που οι δυνάμεις αυτές δεν συναντώνται με τις κυρίαρχες πολιτικές δομές.Υπάρχει και ο τρόπος να βρούμε κοινό τρόπο έκφρασης, πολύ περισσότερο δε όταν το επιβάλλουν οι διεθνείς, αλλά και οι εδώ συνθήκες για να ελαχιστοποιηθεί η χρονική περίοδος υπέρβασης της κρίσης. Μόνο που οι πολιτικοί φορείς δεν το θεωρούν σημαντικό.Αλλά υπάρχουν και αντικειμενικοί λόγοι για να ενδιαφερθούμε σοβαρά για τις δημοκρατικές διαδικασίες και τους θεσμούς που οι δυσχερείς οικονομικές συνθήκες ανέδειξαν ακόμη πιο πολύ ως προαπαιτούμενο ύπαρξης κοινωνικά αποδεκτών λύσεων. Να δουλέψουμε σκληρά και επί μακρόν για να γεφυρώσουμε το χάσμα που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια, να μην ξεχάσουμε στιγμή ότι ο σύγχρονος κόσμος έχει σχεδόν παραλύσει από τη χιονοστιβάδα των αλλαγών στη ζωή του, που έφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα η οικονομική κρίση. Να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου θα υπάρχουν πολύ λιγότερες απειλές, όπου θα υπάρχουν πολύ λιγότεροι δυνητικά εχθροί και πολλοί περισσότεροι εταίροι. Μόνο που μάθαμε για χρόνια να ζούμε μόνο με εχθρούς.Το ερώτημα είναι αν έχουμε αυτή τη στιγμή τη σοφία και τη θέληση. Και αν τα πολιτικά κόμματα μπορούν. Οι περισσότερες ηγετικές ομάδες σίγουρα όχι. Ακόμη και σήμερα δεν ασχολούνται με την πολιτική αλλά με μία μίζερη πολιτικολογία. Επικρατούν είτε διάφορες ελληνοκεντρικές αερολογίες περί περιούσιου λαού που τον κυνηγάνε όλες οι δυνάμεις του κόσμου είτε μία ενορχηστρωμένη προσπάθεια να ενοχοποιηθεί συνολικά η ελληνική κοινωνία για την αδυναμία διάφορων πολιτικών δομών να εναρμονιστούν με την ανάγκη ενός εθνικού οράματος.Κάποιοι πιστεύουν ότι οι επιθυμίες τους είναι η μόνη αλήθεια.Κάποιοι άλλοι, μη αντιλαμβανόμενοι το πόσο τραυμάτισαν το κύρος της ίδιας της Πολιτικής, νομίζουν ότι μπορούν οι ίδιοι να πείσουν την κοινωνία με απειλές. Καμία μέθοδος, όμως, που βασίζεται στην ίδια απειλή, από τους ίδιους ανθρώπους, δεν πείθει παραπάνω από μία ή δύο φορές. Ας σιωπήσουν γιατί εξοργίζουν τον κόσμο. Και η οργή δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος.Υπάρχουν και κάποιοι που παίζουν αυτάρεσκα το ρόλο του προφήτη, περιμένοντας απλά να δικαιωθούν για τις προβλέψεις τους, ενώ άλλοι βλέπουν μόνον τις επόμενες εκλογές και τον εαυτό τους ως τον επόμενο ηγέτη. Σε ποια Χώρα αλήθεια;Δυστυχώς οι περισσότεροι προσβάλλουν την ίδια την ετυμηγορία του ελληνικού λαού και ζητούν «διόρθωση» του αποτελέσματος.Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στους πολιτικούς αρχηγούς που έπρεπε να ηγηθούν μιας συνενωτικής πορείας μακράν και πέρα από τα στεγανά των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Να αντιληφθούν ότι αρκετοί από αυτούς είναι ήδη παρελθόν. Δεν ανέλαβαν την τελευταία τους ιστορική ευθύνη και ίσως αποτελούν ήδη, μοιραίοι και άβουλοι, την πιο τραγική εκδοχή του. Η χώρα θα χρειαστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια για να σταθεί στα πόδια της. Και να αποφύγει τον κίνδυνο ενός νέου εθνικού διχασμού. Ίσως να τα καταφέρει καλύτερα χωρίς αυτούς.Στο δικό μας πολιτικό φορέα, η διαχείριση μιας σκληρής αλλά όχι μη αναμενόμενης ήττας είναι απλά … τραγική. Πράγματι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί κάποιον πριν του δώσει την δυνατότητα να δείξει τις δυνατότητές του, να εκθέσει τα επιχειρήματά του, να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Πώς είναι όμως δυνατόν να πείσει ένας ηγέτης για την ικανότητά του να ηγηθεί όταν φαλκιδεύει ο ίδιος αυτή την προοπτική λέγοντας «ψάχνουμε τον 30αρη που θα ηγηθεί». Αυτομάτως βάζει τον εαυτόν του στην θέση του μεταβατικού και οι μεταβατικοί ηγέτες ήταν διαχρονικά μόνον λύση ανάγκης και όχι πρώτης τάξεως επιλογή.Πώς να καταλάβει κανείς και τον πόλεμο που ασκήθηκε από το στενό επιτελείο ενός παραπαίοντος συστήματος εναντίον υποψηφίων και στελεχών που έχουν δική τους φωνή. Πώς να πείσουμε την κοινωνία όταν επιλέγουμε το μικρό πλην κατάδικό μας κόμμα.Ζητείται υποστήριξη, αγώνας, συμμετοχή, συναίνεση. Σε τι; Σε ποια διαφορετική πολιτική; Τι άλλαξε και πρέπει να υποστηριχθεί; Αλλά και πώς να αντισταθεί στη συρρίκνωσή του ένα κόμμα που κατηγορείται και από τον ίδιο τον πρόεδρό του ότι «σάπισε»; Μήπως τελικά μία άλλη ηγεσία ή ένας άλλος φορέας με την ορμή τους και την έλλειψη αγκιστρώσεων σε θεωρούμενες έως τώρα σταθερές θα αλλάξουν τα κακώς κείμενα; Η γραμμή εξάλλου δόθηκε από τον ίδιο τον αρχηγό.


*Επίκουρος Καθηγητής Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων-Πρώην βουλευτής ΠΑΣΟΚ_Ένας Ευρωπαίος πολίτης